Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Σοφία Νικολαΐδου, "Χορεύουν οι Ελέφαντες"

Σοφία Νικολαΐδου, «Χορεύουν οι ελέφαντες», Εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 345 


1948-1949: Ένας αμερικανός δημοσιογράφος δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη. Η κυβέρνηση αναστατώνεται, ξένοι διπλωμάτες επεμβαίνουν. Ένας αθώος μπαίνει φυλακή. Η υπόθεση κλείνει.
Σχολικό έτος 2010-2011: Ένας μαθητής αρνείται να δώσει Πανελλαδικές. Ο αγαπημένος του καθηγητής του αναθέτει να ερευνήσει την παλιά υπόθεση. Ο πρώην άριστος μαθητής αρχίζει να ψάχνει.

Πόσο έτοιμοι είναι οι ενήλικες να ακούσουν τι έχει να πει;

Το "Χορεύουν οι ελέφαντες" συνδυάζει ιστορία και επινόηση. Αναφέρεται στη δίκη και την καταδίκη του Στακτόπουλου, στον οποίο αποδόθηκε ο φόνος του αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ, έγκλημα που συντάραξε τη χώρα την περίοδο του Εμφυλίου. Παράλληλα, το βιβλίο χαρτογραφεί τη σύγχρονη καθημερινότητα στην Ελλάδα του 2011. Ιδίως στο σχολείο. Αποτυπώνει την ελληνική περιπέτεια, σε μια πόλη με πολλά και αιματηρά ιστορικά στρώματα, όπως η Θεσσαλονίκη. 

http://www.biblionet.gr/
   ______________________________________________________________________________
Κριτική:
Αφήγηση-εκκρεμές: από την καταδίκη στην αναψηλάφηση
Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Η λογοτεχνία που σήμερα ασχολείται με την Ιστορία δεν μοιάζει με το κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα, καθώς δεν την ενδιαφέρουν πρώτιστα τα γεγονότα, αλλά η διαδικασία που τα επικαιροποιεί, τα μετατρέπει σε ιστορική αφήγηση και εξηγεί την πορεία που ξεκίνησε από το παρελθόν και συνεχίζεται ιδεολογικά και πολιτικά έως σήμερα. Ο Εμφύλιος, και ειδικά η δολοφονία του Τζορτζ Πολκ, γίνεται η οθόνη πάνω στην οποία η Σ. Νικολαΐδου προβάλλει την παραποίηση της ιστορικής αλήθειας ―στο όνομα της εθνικής σωτηρίας― με την επίρριψη της ευθύνης σε έναν αθώο, μέσα στο πλαίσιο της ιδεολογικής φόρτισης των καιρών.

Η πεζογράφος μυθιστορηματοποιεί την ιστορία ως συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου της «Απόψε δεν έχουμε φίλους», όπου ο ιστορικός Σουκιούρογλου είναι ο άξονας αναψηλάφησης ζοφερών περιόδων της μεταπολεμικής μας Ιστορίας. Φιλόλογος πλέον σε σχολείο, αξιοποιεί την πρόθεση ενός λαμπερού μαθητικού μυαλού, του Μηνά, να μη δώσει Πανελλήνιες και του αναθέτει την επανεξέταση μέσω πηγών της δολοφονίας ενός Αμερικάνου ανταποκριτή, το 1948, αλλά και της ένδικης απόδοσης του φόνου του σε έναν ανυποψίαστο δημοσιογράφο.

Η συγγραφέας γράφει ένα μυθιστόρημα non fiction στον βαθμό που αναπλάθει τα ντοκουμέντα της εποχής με αλλαγμένα ονόματα (αντί των πραγματικών Πολκ και Στακτόπουλου) κι ένα μυθιστόρημα μαθητείας, αφού ο νεαρός Μηνάς εναντιώνεται στην κατεστημένη λογική των μεγάλων, περνάει από τον ανταγωνισμό στον έρωτα για τη συμμαθήτριά του Εβελίνα και ταυτόχρονα εναντιώνεται στην επίσημη ιστορία προσπαθώντας να εξιχνιάσει μια εκκρεμή υπόθεση.

Το μυθιστόρημα στηρίζεται στη μεταμοντέρνα σύλληψη της Ιστορίας ως πολυεκδοχικής πραγματικότητας, το πρόσημο της οποίας θα το κρίνει η οπτική γωνία του μελετητή, στον βαθμό που αυτός αναλαμβάνει να συνεκτιμήσει τις πηγές και μέσω αυτών να φτάσει σε μια―έστω και παρακινδυνευμένη―ερμηνεία ή εκδοχή της ιστορικής ύλης.

Ο σημερινός ερευνητής, είτε είναι επαγγελματίας ιστορικός είτε μαθητής, θα αντιληφθεί ότι η αλήθεια κατασκευάζεται όχι μόνο από τις αστυνομικές και πολιτικές αρχές της εποχής, οι οποίες καταδικάζουν έναν αθώο για να εκτονώσουν τις πιέσεις των ξένων δυνάμεων, αλλά και από όσους ενεπλάκησαν σ” αυτήν την υπόθεση, αποσιωπώντας ή διογκώνοντας τα στοιχεία σύμφωνα με την ιδεολογική τους τοποθέτηση ή συμφέρον. Η συνεχής εναλλαγή των χρονικών επιπέδων προσδίδει ενδιαφέρουσα ροή στην ανάγνωση, καθώς το παρελθόν γίνεται κομμάτι της σύγχρονης ζωής, τμήμα της πρόσληψής του από τους ανθρώπους που πλέον θέτουν υπό δοκιμασία την ετυμηγορία της ιστορίας.

Η συγγραφέας επιδιώκει αυτή την πολυφωνία των μαρτυριών να την επενδύσει με την ανάλογη πολυγλωσσία, χρησιμοποιώντας λ.χ. ποντιακές φράσεις και λέξεις της νεανικής αργκό ή υφοποιώντας τον λόγο των προσώπων σε μια μπαχτινικού τύπου διπλή ύφανση. Δύσκολα όμως ο αναγνώστης αναγνωρίζει εκφραστικές ποικιλίες που να πείθουν για την ιδιαιτερότητα κάθε προσώπου, ούτε καν στον λόγο τού τότε αστυνομικού διευθυντή, ο οποίος θα περίμενε κανείς να κινείται στα όρια της υπηρεσιακής καθαρεύουσας.

Η όλη σύλληψη μοιάζει να καταφεύγει στη δοκιμασμένη συνταγή του προηγούμενου μυθιστορήματος της Σ. Νικολαΐδου, χωρίς όμως η πεζογράφος να την εμπλουτίζει ή να την ανανεώνει, αξιοποιώντας εντέλει με νέο τρόπο τα παλιά αφηγηματικά της υλικά. Κι αυτό γιατί, ενώ η συγγραφέας αμφιβάλλει για την απόφανση του δικαστηρίου, στο προκείμενο έργο της δεν δίνει τις πιθανές εκδοχές για τους αληθινούς αυτουργούς, δεν τις αναπτύσσει μυθοπλαστικά, αλλά αφήνει απλώς ένα ανοιχτό κείμενο που δεν προσφέρει καμία πρόταση, πέρα από την πίστη στην άδικη καταδίκη του Στακτόπουλου και τις σποραδικές νύξεις για το ποιος μπορεί να ευθύνεται.

Ως προς το παρόν, η περιγραφή των συνθηκών στο σχολείο αποδεικνύει βιωματική γνώση, που αποτελεί τη μία από τις δύο παράπλευρες συνιστώσες (αφενός έχουμε την ιστορία και την εμφυλιακή πόλωση και αφετέρου τη σύγχρονη σχολική πραγματικότητα) που ευκταίο θα ήταν, αλλά και δραστικότερο, να συγκλίνουν μέσα στο κείμενο, κάτι όμως που τελικά συμβαίνει μερικώς. Η Νικολαΐδου, ίσως παρασυρμένη και από τη βιωματική εμπειρία της, διογκώνει το πεδίο στο οποίο έχει δραστηριοποιηθεί (το πανεπιστήμιο αλλού, το σχολείο τώρα) σε βάρος εντέλει της οικονομίας της αφήγησης.

Το κείμενο λειτουργεί ως εκκρεμές μεταξύ της διερεύνησης της Ιστορίας κι ενός άγουρου εφηβικού έρωτα. Ο νεαρός μαθητής ξεκινά από τα γραπτά απομεινάρια του παρελθόντος ή τις προφορικές μαρτυρίες όσων ακόμα ζουν και καταλήγει στην ανακάλυψη μιας συντρόφου, που έχει την ίδια σπίθα μ’ αυτόν, δουλεύει τη διακειμενικότητα ως υλικό εθνικής αυτογνωσίας και οδηγείται στην προσωπική αυτοσυνειδησία, ξεκινώντας από το «εμείς» για να καταλήξει στο «εγώ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τάδε έφη