Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Γιατί η λογοτεχνία κακοπαθαίνει στα σχολεία

 
Παραμονές της -τόσο καθυστερημένης- έναρξης της ακαδημαϊκής χρονιάς κι ενώ ο αναβρασμός στα ιδρύματα δεν λέει να κοπάσει, το Τμήμα Φιλολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου κατάφερε να οργανώσει ένα τριήμερο επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «Η νεοελληνική λογοτεχνία στην κοινωνία και την εκπαίδευση σήμερα», που ολοκληρώνεται το Σάββατο στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, με τη συμμετοχή δεκάδων πανεπιστημιακών - ανάμεσά τους οι Ερη Σταυροπούλου, Τάκης Καγιαλής, Βενετία Αποστολίδου, Μίλτος Πεχλιβάνος, Δώρα Μέντη, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Βρασίδας Καραλής και Παναγιώτης Ροϊλός. 

Τα προγράμματα σπουδών, οι τρόποι διδασκαλίας, ο «λογοτεχνικός κανόνας» όπως περνάει στα ανθολόγια και η ενίσχυση της φιλαναγνωσίας είναι μερικά μόνο από τα ζητήματα που τίθενται επί τάπητος, μαζί με ανακοινώσεις που μεταφέρουν παραδείγματα από την Κύπρο, την Τουρκία, την Αυστραλία καθώς και την εμπειρία από μαθήματα σε ξενόγλωσσους φοιτητές.
 
30% βιβλιοφάγοι
Αλίμονο, το ότι οι Ελληνες μαθητές δεν διατηρούν και τις καλύτερες σχέσεις με τη λογοτεχνία αποτελεί, χρόνια τώρα, κοινό μυστικό. Στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, από σχετική έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, με την ευθύνη της Χριστίνας Αργυροπούλου, στην οποία συμπληρώθηκαν πάνω από 25.000 ερωτηματολόγια, το ποσοστό των μαθητών Γυμνασίου που ομολόγησαν ότι διαβάζουν λίγο ή καθόλου έφτανε το 75%.
Οπως δήλωναν οι περισσότεροι, μολονότι η διδακτέα λογοτεχνική ύλη ανταποκρίνεται αρκετά στα ενδιαφέροντά τους, σπανίως τους ανοίγει την όρεξη για ν' ανατρέξουν και σ' άλλα έργα των συγγραφέων που ανθολογούνται στα εγχειρίδια.
Στα ερωτηματολόγια, ωστόσο, που είχαν συμπληρωθεί από εκπαιδευτικούς, το ποσοστό εκείνων που δήλωναν ότι δεν διαβάζουν καθόλου ήταν μηδενικό. Μόνο 11 στους 100 παραδέχονταν πως διαβάζουν ελάχιστα, ενώ κατά 30% εμφανίζονταν βιβλιοφάγοι! Είναι ν' απορεί κανείς: αν η λογοτεχνία είναι τόσο σημαντική για τους ίδιους, πώς και δεν καταφέρνουν να την κάνουν ελκυστική για τα παιδιά;
Στη χθεσινή εναρκτήρια συζήτηση του συνεδρίου, η παραπάνω έρευνα δεν μνημονεύτηκε. Ο δοκιμιογράφος Σταύρος Ζουμπουλάκης, πάντως, με πολύχρονη θητεία στη μέση εκπαίδευση κι ο ίδιος, ήταν κατηγορηματικός: «Οντως, η απόλαυση της λογοτεχνίας χάνεται στα σχολεία. Είναι ελάχιστες οι ευτυχισμένες στιγμές της στις τάξεις, κι αυτό επειδή δεν τη διαβάζουν οι ίδιοι οι καθηγητές»...
Τόσο ο Ζουμπουλάκης όσο και ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός, ο Κύπριος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, η δημοσιογράφος Λαμπρινή Κουζέλη και οι κριτικοί Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και Ελισάβετ Κοτζιά, κλήθηκαν ν' απαντήσουν σ' ένα μάλλον ρητορικό ερώτημα -«Αξίζει να μιλούμε και να γράφουμε για τη λογοτεχνία σήμερα;»- κι όπως αναμενόταν, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, όλοι απάντησαν θετικά. Οπως το έθεσε ο Κ. Χαραλαμπίδης, «είναι σαν να ρωτάς αν αξίζει να ζεις και να αναπνέεις», ενώ ο Βαλτινός, κρίνοντας κι από τον εαυτό του, διαβεβαίωσε πως «η λογοτεχνία μάς κάνει πολύ καλύτερους ανθρώπους απ' ό,τι θα ήμασταν αν δεν διαβάζαμε».
«Σε περιόδους κρίσης το διάβασμα προσφέρει μεγαλύτερη ποσότητα αυτογνωσίας», υπερθεμάτισε η Κοτζιά. «Πολύ φοβάμαι», είπε, «πως η ελληνική κοινωνία υπήρξε συχνά μισαλλόδοξη και ρατσιστική.
Ανοιχτή και φιλάνθρωπη
»Τη δεκαετία του '50, που δεν υπήρχαν ακόμα ξένοι ανάμεσά μας, η ελληνική μισαλλοδοξία επινόησε ανύπαρκτες ρατσιστικές διακρίσεις, βαφτίζοντας τους ηττημένους του Εμφυλίου Βούλγαρους και ΕΑΜοβούλγαρους. Η λογοτεχνία της εποχής, όμως, φάνηκε πιο ανοιχτή απέναντι στον "άλλο" -τον αριστερό, τον Εβραίο-, όπως ανοιχτή και φιλάνθρωπη στάθηκε και τη δεκαετία του '80 με τους μετανάστες, σε αντίθεση με τη στάση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού». Αντίστοιχα κριτική στάθηκε η λογοτεχνία μας απέναντι στις κακοδαιμονίες που οδήγησαν στην κρίση και μάλιστα «σε ανύποπτο χρόνο, στην περίοδο των παχιών αγελάδων», σύμφωνα με τον Χατζηβασιλείου, ο οποίος έδωσε κι έναν πληθωρικό κατάλογο πρόσφατων έργων στα οποία καθρεφτίζονται όσα μας ταλανίζουν σήμερα.
Αν μη τι άλλο, όπως επεσήμανε η Λ. Κουζέλη, στα χρόνια της κρίσης, το Διαδίκτυο -όπου έχει μεταφερθεί πλέον σημαντικό κομμάτι του δημόσιου λόγου περί λογοτεχνίας- προσφέρει νέες δυνατότητες δημιουργικής έκφρασης, πολλαπλασιάζονται οι λέσχες ανάγνωσης και τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, θεσπίζονται βραβεία για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, ο κόσμος ανακαλύπτει τις βιβλιοθήκες κι, εν μέσω μεγάλων εκδοτικών ανατροπών, βλέπουμε να ξεφυτρώνουν κάθε τόσο μικροί ποιοτικοί οίκοι και βιβλιοπωλεία. Μ' άλλα λόγια, την ώρα που κατακρημνίζεται η οικονομία, η λογοτεχνία βρίσκει τρόπους για να κυκλοφορεί.

Πηγή:  http://www.enet.gr/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τάδε έφη