Σελίδες
ΕΤΙΚΕΤΕΣ
Ανακοινώσεις
Άρθρα-Απόψεις
Αρχαία Ελληνικά
Αρχαιολογία
Βιβλία
Διαγωνισμοί
Διαδίκτυο
Διαμαρτυρίες
Διασκέδαση
Δραστηριότητες
Εκδρομές
εκπαίδευση
Επιμόρφωση
Ευχές
Θέατρο
Ιστορία
Κινηματογράφος
Λογισμικά
Λογοτεχνία
Μελοποιημένη ποίηση
Μουσεία
Μουσική
Νέα Ελληνικά
Π.Ε.Φ.
Παρουσίαση βιβλίου
Ποίηση
Σχολικές Γιορτές
Τέχνη
ΤΠΕ
Τροφή για σκέψη
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Φύση
Ψηφιακό αρχείο
Ψηφιακό σχολείο
Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010
Δίολκος για 1500 χρόνια
Μια ταινία 22 λεπτών, δημιουργημένη με το σύστημα του animation (εικονοκινητική τεχνική) αναπαριστά με μοναδικό τρόπο το εξαιρετικό μνημείο τεχνικού πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας, τον Δίολκο: μια οδό από ξηράς για την μεταφορά πλοίων ανάμεσα στον Σαρωνικό και τον Κορινθιακό κόλπο κατά μήκος του Ισθμού της Κορίνθου, τότε που δεν υπήρχε ο πορθμός. Η ταινία παρουσιάζει πολλές άλλες τεχνολογικές λεπτομέρειες, αλλά σκηνές της ζωής των ναυτικών εκείνης της μακρινής εποχής: τυχερό παιχνίδι, επίσκεψη στον ναό του Ποσειδώνα, γλέντι σε καπηλειό, καθώς και μια συναισθηματική συντυχία.
Πρόκειται για ένα έργο-συμβολή στην μελέτη της αρχαίας ελληνικής Τεχνολογίας, μια παραγωγή του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας σε συνεργασία με την Εταιρεία Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας.
Δημιουργοί της ταινίας είναι οι Θ.Π. Τάσιος, Ν. Μήκας, Γ. Πολύζος, οι οποίοι έχουν λάβει ως τώρα δύο βραβεία:
Καλύτερης ταινίας αναφερόμενης στην αρχαιότητα στο 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στην Κύπρο (Νοέμβριος 2009) και
Καλύτερης εκπαιδευτικής ταινίας στην 8η Διεθνή Συνάντηση Αρχαιολογικής Ταινίας του Μεσογειακού Χώρου στην Αθήνα (Μάιος 2010)
Η αφήγηση είναι του καθηγητή του ΕΜΠ, μηχανικού και φιλοσόφου κ. Θεοδόσιου Τάσσιου.
Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010
Καθηγητές Πληροφορικής στην Α'βάθμια Εκπαίδευση
Λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή βιβλιογραφία και εμπειρία σχετικά με το ζήτημα της εισαγωγής, ένταξης και αξιοποίησης των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας (ΤΠΕ) στην Εκπαίδευση, ιδιαίτερα στην Πρωτοβάθμια, αλλά και την προσωπική μας επαφή με το χώρο και τους έλληνες εκπαιδευτικούς, έχουμε αναλάβει τα τελευταία χρόνια «εκστρατεία» ενημέρωσης και πραγματοποίησης καινοτόμων εφαρμογών, πάνω στις οποίες βασίζονται και οι σκέψεις που παραθέτουμε πιο κάτω, με αφορμή τις πιέσεις που γίνονται για απορρόφηση των αποφοίτων της Πληροφορικής ή και των καθηγητών με σχετική κατάρτιση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Η άποψή μας είναι ότι η τυχόν ανάθεση στους ειδικούς αυτής της κατηγορίας, οι οποίοι στερούνται παιδαγωγικού υπόβαθρου, να αναλάβουν την ένταξη των ΤΠΕ στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση θα ήταν μια ατυχής και επικίνδυνη απόφαση, η οποία θα επιδείνωνε ακόμη περισσότερο το ήδη υπάρχον πρόβλημα της υστέρησης ως προς τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο δημοτικό μέσω της ένταξης των ΤΠΕ σε όλα τα μαθήματα, τις δραστηριότητες και τις λειτουργίες του σχολείου, κατά τρόπο που συνάδει με τα σύγχρονα παιδαγωγικά ιδεώδη και τις διαχρονικές παιδαγωγικές αντιλήψεις και αρχές της εκπαίδευσης.
Είναι όμως σημαντικό να κατανοηθεί ότι εκείνο που προσδίδει αξία στις ΤΠΕ είναι η παιδαγωγική μάλλον χρήση των δυνατοτήτων τους και όχι τόσο η τεχνολογική διάστασή τους καθ' εαυτή. Δεδομένου λοιπόν ότι στόχος της εισαγωγής των ΤΠΕ στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση δεν είναι η διδασκαλία του υπολογιστή ως ξεχωριστού γνωστικού αντικειμένου, ούτε ο στείρος τεχνολογικός αλφαβητισμός, αλλά η παιδαγωγική του χρήση (μέσω της οποίας φυσικά επιτυγχάνεται έμμεσα και η τεχνολογική μάθηση), το πρόβλημα της αξιοποίησής του στο δημοτικό είναι πρωτίστως παιδαγωγικό και δευτερευόντως τεχνολογικό.
Όπως έχει ήδη φανεί, ο υπολογιστής είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί όχι μόνον ως ένα μαζικό εποπτικό μέσο διδασκαλίας και πηγή πληροφόρησης, αλλά και ως δυναμικό εργαλείο γνωστικής ανάπτυξης, χάρις στις πολλές και ποικίλες ιδιότητές του, που παρέχουν εξαιρετικές δυνατότητες για τη δημιουργία ενός γόνιμου και προωθημένου μαθησιακού περιβάλλοντος, το οποίο με την κατάλληλη διαμεσολάβηση του δασκάλου ευνοεί τη νοητική λειτουργία και την ανάπτυξη των μαθητών - αλλά και των εκπαιδευτικών - σε ανώτερα επίπεδα μάθησης και επικοινωνίας, καθώς και την εφαρμογή πολλών σύγχρονων παιδαγωγικών αρχών, που δεν ήταν εύκολο να υιοθετηθούν στο περιβάλλον της παραδοσιακής τάξης.
Αν θέλαμε να δούμε τις εκπαιδευτικές χρήσεις του υπολογιστή στο σχολείο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις παρακάτω κατηγορίες:
1. στη διδασκαλία της πληροφορικής ως ξεχωριστού γνωστικού αντικειμένου με στόχο την προώθηση του τεχνολογικού αλφαβητισμού και την απόκτηση προεπαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων στην αξιοποίηση του υπολογιστή ως πηγής και μέσου πληροφόρησης, καθώς και εποπτικού και επικοινωνιακού μέσου για την υποβοήθηση της διδασκαλίας και την ανάπτυξη μη συμβατικών τρόπων μάθησης στη χρήση του υπολογιστή ως γνωστικού και αναπτυξιακού εργαλείου στο πλαίσιο του σχολείου, αλλά και έξω από αυτό, αλλά και ως πεδίου επιστημονικής μελέτης για τη διερεύνηση γνωστικών δομών και μοντέλων της ανθρώπινης σκέψης.
2. στη χρήση του υπολογιστή ως μέσου διασκέδασης και άτυπης μάθησης. Δυστυχώς η πολιτεία μέχρι τώρα ενδιαφέρεται μόνο για την πρώτη εκπαιδευτική αξία του υπολογιστή (διδασκαλία του μαθήματος της πληροφορικής) και αγνοεί τις υπόλοιπες, προβαίνοντας σε ενέργειες που μαρτυρούν την ύπαρξη παρανοήσεων. Μια τέτοιου είδους άγνοια ή αγνόηση φαίνεται από τις εξής παρανοήσεις, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο μέχρι τώρα επίσημος εκπαιδευτικός σχεδιασμός: ο τρόπος με τον οποίο άρχισε η εισαγωγή των ΝΤ στη χώρα μας στα μέσα της δεκαετίας του '80, μαρτυρεί την υπερίσχυση μιας απλοϊκής τεχνοκεντρικής αντίληψης, που περιορίζεται στο στόχο της ανάπτυξης του τεχνολογικού αλφαβητισμού (στο Γυμνάσιο) ή της προ-επαγγελματικής κατάρτισης των μαθητών (στο Λύκειο) με την εισαγωγή στο σχολικό πρόγραμμα ενός ακόμη μαθήματος ξεχωριστής «ειδικότητας» και υποτιμά το ρόλο του υπολογιστή ως γνωστικού εργαλείου για την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε όλα τα μαθήματα.
3. Το γεγονός επίσης ότι η ένταξη των ΤΠΕ στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση έχει παραμείνει στη χώρα μας μέχρι πρόσφατα έξω από κάθε επίσημο σχεδιασμό βασίζεται στην ιδέα ότι το μάθημα της Πληροφορικής δεν είναι τόσο απαραίτητο και κατάλληλο για τις μικρές ηλικίες. (Προφανώς δεν λαμβάνονται υπόψη τα μαθησιακά οφέλη από τις άλλες χρήσεις του υπολογιστή). Αυτό, κατά τη γνώμη μας, είναι σοβαρή παράλειψη όχι μόνον διότι μαρτυρά προχειρότητα και απουσία ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού σχεδιασμού, αλλά και για πολλούς άλλους λόγους, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι: α) πρόκειται για ένα άναρχο και μη σύμφωνο προς τα διεθνώς κρατούντα φαινόμενο, αφού από τη μελέτη της διεθνούς βιβλιογραφίας φαίνεται ότι στις προηγμένες χώρες το βάρος του παιδαγωγικού ερευνητικού ενδιαφέροντος εξ αρχής επικεντρώθηκε στις μικρές, τις κατεξοχήν διαμορφώσιμες και θεμελιακές ηλικίες, κατά τις οποίες δημιουργούνται οι βάσεις κάθε είδους μάθησης. Γι' αυτό και οι σχετικές έρευνες, αλλά και οι πρώτες παιδαγωγικές εφαρμογές εκπαιδευτικού λογισμικού, είχαν συνήθως αποδέκτες το μαθητικό πληθυσμό της Α/βάθμιας Εκπαίδευσης, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλες σχεδόν τις θεωρίες της μάθησης β) η ανάπτυξη στη χώρα μας της παιδαγωγικής επιστήμης και των εφαρμογών της στο νέο αυτό τομέα (Πληροφορική στην Εκπαίδευση) δεν αφορά μόνο την ευκαιριακή κατανάλωση ενός τεχνολογικού ή επιστημονικού προϊόντος, αλλά και τον εκπαιδευτικό πειραματισμό, τη δημιουργία δικής μας εμπειρίας και παράδοσης, καθώς και ένα προγραμματισμό πνοής στο συγκεκριμένο τομέα. Διότι, αν μετά από δέκα χρόνια, για παράδειγμα, εισήγοντο οι υπολογιστές στο Δημοτικό, θα ήταν τότε πλέον αργά να αναζητούμε έμπειρους επιστήμονες που θα χρειαζόταν να πατούν στο γόνιμο έδαφος μιας πλούσιας επιστημονικής και πολιτιστικής παράδοσης στο δικό μας κοινωνικό πλαίσιο, μετά από την απαιτούμενη διαδικασία της αξιολόγησης των πρώτων εφαρμογών, την επακόλουθη διόρθωση των λαθών και, ενδεχομένως, την κριτική αναθεώρηση της ασκούμενης πολιτικής.
4. οι βασικές αποφάσεις για τη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής πάρθηκαν από επιστημονικές επιτροπές στο ΥΠΕΠΘ, τα μέλη των οποίων προέρχονταν ως επί το πλείστον από άσχετα με τις επιστήμες της αγωγής και της εκπαίδευσης πανεπιστημιακά τμήματα ή τομείς (πολυτεχνικά, γεωπονικά κ.ά)
5. πιστεύουν οι υπεύθυνοι φορείς του υπουργείου ότι είναι δυνατόν να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα μία κατάρτιση των εκπαιδευτικών, όπως είναι αυτή της «Κοινωνίας της Πληροφορίας» (που περιορίζεται στην καθαρά τεχνική διάσταση της εισαγωγής τους σε έναν υποτυπώδη τεχνολογικό αλφαβητισμό και που πραγματοποιείται σε χρηστικό κενό) χωρίς την παράλληλη εκπαίδευσή τους με εμπειρίες παιδαγωγικών εφαρμογών και δοκιμής νέων διδακτικών προσεγγίσεων και ρόλων, (ωσάν να επρόκειτο για κατάρτιση άλλου είδους επαγγελματιών, π.χ., γραμματέων, υπαλλήλων γραφείου, ιδιωτών κτλ.) παρά τη συνεχή δημόσια κριτική και την πληθώρα των επισημάνσεων από σχετικούς πανεπιστημιακούς φορείς και μελετητές, που υποστηρίζουν ότι τέτοιου είδους καταρτίσεις των εκπαιδευτικών, δεν έχουν αποτέλεσμα και δεν ενδείκνυνται.
6. δεν έχουν αντιληφθεί επίσης οι φορείς αυτοί ότι στη χώρα μας, όπως συμβαίνει και στο εξωτερικό, έχει αρχίσει – και πρέπει να ενισχυθεί - η προσπάθεια να παράγονται από τα παιδαγωγικά τμήματα ειδικότητες κατάλληλες για την εκπαίδευση, επιστήμονες δηλαδή που είτε έχουν ως βασικές σπουδές τα παιδαγωγικά και αποκτούν διετή ή και ετήσια τεχνολογική κατάρτιση στενά συνδεδεμένη με περισσότερο προωθημένη μάθηση πάνω στη διδακτική θεωρία και πράξη, είτε έχουν επιστημονική τεχνολογική κατάρτιση και αποκτούν συμπληρωματικά και την παιδαγωγική, στην οποία προσαρμόζουν τις πρότερες γνώσεις τους. Με την τεχνικίστικη αντίληψη που έχουν όμως, θεώρησαν ότι οι επιστήμονες της πρώτης από τις προαναφερθείσες κατηγορίες δεν πρέπει να γίνονται δεκτοί ως επιμορφωτές στα προγράμματα της «Κοινωνίας της Πληροφορίας» (παρόλο που είναι οι πλέον κατάλληλοι, εφόσον μάλιστα διαθέτουν επί πλέον διδακτική και ερευνητική εμπειρία,) και έδωσαν το προβάδισμα στους έχοντες προσόντα τεχνολογικής εκπαίδευσης και (τεχνολογικής) διδακτικής εμπειρίας. Αν τελικά, μετά από επανειλημμένες δικές μας προσπάθειες, έγινε δεκτός και ένας αριθμός επιστημόνων ΄της πρώτης κατηγορίας, αυτό εκλήφθηκε ότι έγινε κατά παραχώρηση!
7. φλερτάρουν με τις προτάσεις ορισμένων επιστημονικών ομάδων να γίνει μια αρχή εισαγωγής της Πληροφορικής στο δημοτικό διορίζοντας αποφοίτους της Πληροφορικής, που δεν έχουν σχέση με τις παιδαγωγικές και διδασκαλικές σπουδές, κάτι, που ήταν στα σχέδια της προηγούμενης Κυβέρνησης που ευτυχώς που δεν είχε υλοποιηθεί, όμως με την ενδεχόμενη επικράτηση μιας συντεχνιακής νοοτροπίας που επιδιώκει την επαγγελματική αποκατάσταση των ειδικών της Πληροφορικής, σε συνδυασμό με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι ιθύνοντες την αξιοποίηση των ΝΤ στην Εκπαίδευση, αποφασίστηκε να υλοποιηθεί από την νυν Κυβέρνηση. Τέτοιου είδους αντιλήψεις έχουν καθώς φαίνεται και διάφορες επαγγελματικές ομάδες, όπως οι απόφοιτοι της Πληροφορικής, που πιέζουν για το διορισμό τους στο δημοτικό.
Ελπίζουμε να ευαισθητοποιηθούν οι επαγγελματικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και να συμβάλουν στην αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχόμενου, όχι μόνον για τους παραπάνω λόγους, αλλά για να μη συνεχιστεί η ιδέα ότι οποιοσδήποτε επιστήμονας είναι ικανός να αναλάβει τη διδασκαλία παιδιών (κάτι που ήδη γίνεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), ότι όσο πιο μικρά είναι τα παιδιά, τόσο ευκολότερη είναι η διδασκαλία και ότι τα παιδαγωγικά είναι τόσο απλή υπόθεση που μπορεί να τα μάθει κανείς με λίγα σεμινάρια. Όπως επισημάνθηκε και πιο πάνω, η συνεχώς διογκούμενη διεθνής και ελληνική βιβλιογραφία έχει ήδη δείξει ότι οι δυνατότητες των ΤΠΕ μπορούν να αξιοποιηθούν για μια σημαντική αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο (κατ' επέκταση και της κοινωνίας) κάτω όμως από ορισμένες προϋποθέσεις που, όταν απουσιάζουν, είναι δυνατόν να οδηγήσουν ακόμη και στην ενίσχυση, αντί της υπέρβασης, ορισμένων ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών και αποτελεσμάτων της εκπαίδευσης.
Η δημιουργική αξιοποίηση του υπολογιστή ως γνωστικού εργαλείου βρίσκει εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου η πίεση της προετοιμασίας για ανώτερες ακαδημαϊκές σπουδές δεν είναι τόσο μεγάλη, ενώ οι δάσκαλοι, τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον, έχουν αποκτήσει ορισμένες βασικές παιδαγωγικές γνώσεις και διδάσκουν όλα σχεδόν τα μαθήματα έχοντας πολλές ώρες τους ίδιους μαθητές μέσα στην τάξη. Έχουν επομένως πολλές ευκαιρίες για οργανωμένη χρήση του υπολογιστή και μάλιστα για την εφαρμογή της διαφοροποιημένης διδασκαλίας, της διερευνητικής και της ομαδοσυνεργατικής μάθησης, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι συνάδελφοί τους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Mία από τις προτεραιότητες του εκπαιδευτικού σχεδιασμού λοιπόν πρέπει να είναι η επέκταση της εισαγωγής των ΤΠΕ και στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, με μια μορφή όμως πολύ διαφορετική από αυτή που επιχειρήθηκε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο.
Ασφαλώς υπάρχουν πολλά μοντέλα σταδιακής ένταξης των ΤΠΕ στη μαθησιακή διαδικασία στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όμως ένα μοντέλο που βασίζεται σε τεχνοκεντρικές αντιλήψεις σχετικά με την εισαγωγή των ΤΠΕ στην Εκπαίδευση είναι, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και την άποψη όλων σχεδόν των έγκριτων μελετητών της χώρας μας, καταδικασμένο σε αποτυχία και χωρίς αναγεννησιακή πνοή για την υπόθεση της Παιδείας στην εποχή μας.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι πώς να τοποθετήσουμε ειδικούς της Πληροφορικής για να «μάθουν κομπιούτερ» τα παιδιά, αλλά πώς θα μάθουν όλοι οι μαχόμενοι εκπαιδευτικοί στο πλαίσιο οργανωμένων, ολοκληρωμένων και βιώσιμων προγραμμάτων να αξιοποιούν τις ΤΠΕ για να γίνουν καλύτεροι δάσκαλοι απελευθερώνοντας τις δικές τους αναπτυξιακές δυνάμεις, αλλά και εκείνες των μαθητών τους και να συμβάλουν, ο καθένας με τον τρόπο του και τους ρυθμούς του, στην πραγματοποίηση μιας εκ των έσω ουσιαστικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και ανάπτυξης.
Η μέχρι τώρα εμπειρία μου από πιλοτικά, επιμορφωτικά και μεταπτυχιακά προγράμματα εκπαιδευτικών στα οποία υπήρξα υπεύθυνος ή επιστημονικός συνεργάτης με έχει πείσει ότι οι δάσκαλοι της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι πολύ επιδεκτικοί στην υιοθέτηση και περαιτέρω ανάπτυξη ενός παιδαγωγικού μοντέλου ένταξης και αξιοποίησης των ΤΠΕ στο δημοτικό, τόσο στο επίπεδο της θεωρίας, όσο και της εφαρμογής.
Οι δάσκαλοι που γνωρίσαμε όχι μόνον δεν υστερούν από εκείνους άλλων ανεπτυγμένων χωρών – παρά τη μέχρι τώρα υποβάθμιση του ρόλου τους από το εκπαιδευτικό μας σύστημα – αλλά στην πλειονότητά τους, και συχνά ανεξαρτήτως ηλικίας, επιδεικνύουν θετική στάση, δημιουργικότητα και παιδαγωγικό ενθουσιασμό, αρκεί τα εκπαιδευτικά προγράμματα στα οποία συμμετέχουν, να συνδυάζουν την τεχνολογική και παιδαγωγική κατάρτιση, να υιοθετούν σύγχρονες προσωποκεντρικές και συνεργατικές προσεγγίσεις μέσα σε ένα κλίμα αποδοχής, σεβασμού, αλληλεγγύης, αυτονομίας,, καθώς και παροχής εσωτερικών κινήτρων και προτύπων παραγωγής καινοτόμου έργου, που συνδέεται με τη διδακτική πράξη.
Το έργο τους παρουσιάζει χρόνο με το χρόνο βελτίωση και συχνά μας εκπλήσσει ευχάριστα, ενώ παράλληλα παρέχει και στους διδάσκοντες ευκαιρίες επαγγελματικής βελτίωσης, αφού η διδακτική γνώση και των πανεπιστημιακών δασκάλων – όπως εξ άλλου και όλων των εκπαιδευτικών - δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί σε κοινωνικό κενό.(Προσωπικά μπορούμε να δηλώσουμε ότι χάρις στα προγράμματα των τελευταίων χρόνων, που μας έδωσαν την ευκαιρία να εργαστούμε με εκπαιδευτικούς όλων των κατηγοριών, μάθαμε πολλά πράγματα και έχουμε βγει βελτιωμένοι ως δάσκαλοι από την όλη εμπειρία).
Ασφαλώς δεν θα πρέπει να αποκλειστούν από το δικαίωμά τους να εργαστούν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και οι επιστήμονες της πληροφορικής ή άλλων ειδικοτήτων που προορίζονται για την εκπαίδευση στη θέση του υπεύθυνου της τεχνολογικής υποστήριξης του σχολείου, ενός ρόλου που φάνηκε και από το πιλοτικό πρόγραμμα της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, το επονομαζόμενο «ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ», ότι είναι πολύ χρήσιμος, δεδομένου ότι οι δάσκαλοι δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν και να αναλαμβάνουν την επίλυση των πολλών και ποικίλων τεχνολογικών προβλημάτων της λειτουργίας των εργαστηρίων.
Ο επιστήμονας αυτός, εκτός του ότι θα υποστήριζε τεχνολογικά ομάδα σχολείων, θα μπορούσε επίσης να πραγματοποιεί εισαγωγικά τεχνολογικά σεμινάρια ενδοσχολικής και πολλαπλασιαστικής μορφής σε μικρές εθελοντικές ομάδες εκπαιδευτικών και να ενημερώνει εκπαιδευτικούς στις νέες εξελίξεις. Χρειάζεται όμως προσοχή, γιατί δεν είναι δύσκολο, αφού «βάλουν το πόδι τους» στο δημοτικό, να αποφασίσουν κάποιοι πολιτικοί ιθύνοντες, ή και οι ίδιοι οι δάσκαλοι που διστάζουν να ασχοληθούν με τις νέες τεχνολογίες, ότι είναι πιο βολικό να παίξουν οι επαγγελματίες αυτοί και άλλους διδακτικούς ρόλους, που υποκαθιστούν το δάσκαλο.
Πηγή: www.adraptis.com
Η άποψή μας είναι ότι η τυχόν ανάθεση στους ειδικούς αυτής της κατηγορίας, οι οποίοι στερούνται παιδαγωγικού υπόβαθρου, να αναλάβουν την ένταξη των ΤΠΕ στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση θα ήταν μια ατυχής και επικίνδυνη απόφαση, η οποία θα επιδείνωνε ακόμη περισσότερο το ήδη υπάρχον πρόβλημα της υστέρησης ως προς τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο δημοτικό μέσω της ένταξης των ΤΠΕ σε όλα τα μαθήματα, τις δραστηριότητες και τις λειτουργίες του σχολείου, κατά τρόπο που συνάδει με τα σύγχρονα παιδαγωγικά ιδεώδη και τις διαχρονικές παιδαγωγικές αντιλήψεις και αρχές της εκπαίδευσης.
Είναι όμως σημαντικό να κατανοηθεί ότι εκείνο που προσδίδει αξία στις ΤΠΕ είναι η παιδαγωγική μάλλον χρήση των δυνατοτήτων τους και όχι τόσο η τεχνολογική διάστασή τους καθ' εαυτή. Δεδομένου λοιπόν ότι στόχος της εισαγωγής των ΤΠΕ στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση δεν είναι η διδασκαλία του υπολογιστή ως ξεχωριστού γνωστικού αντικειμένου, ούτε ο στείρος τεχνολογικός αλφαβητισμός, αλλά η παιδαγωγική του χρήση (μέσω της οποίας φυσικά επιτυγχάνεται έμμεσα και η τεχνολογική μάθηση), το πρόβλημα της αξιοποίησής του στο δημοτικό είναι πρωτίστως παιδαγωγικό και δευτερευόντως τεχνολογικό.
Όπως έχει ήδη φανεί, ο υπολογιστής είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί όχι μόνον ως ένα μαζικό εποπτικό μέσο διδασκαλίας και πηγή πληροφόρησης, αλλά και ως δυναμικό εργαλείο γνωστικής ανάπτυξης, χάρις στις πολλές και ποικίλες ιδιότητές του, που παρέχουν εξαιρετικές δυνατότητες για τη δημιουργία ενός γόνιμου και προωθημένου μαθησιακού περιβάλλοντος, το οποίο με την κατάλληλη διαμεσολάβηση του δασκάλου ευνοεί τη νοητική λειτουργία και την ανάπτυξη των μαθητών - αλλά και των εκπαιδευτικών - σε ανώτερα επίπεδα μάθησης και επικοινωνίας, καθώς και την εφαρμογή πολλών σύγχρονων παιδαγωγικών αρχών, που δεν ήταν εύκολο να υιοθετηθούν στο περιβάλλον της παραδοσιακής τάξης.
Αν θέλαμε να δούμε τις εκπαιδευτικές χρήσεις του υπολογιστή στο σχολείο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις παρακάτω κατηγορίες:
1. στη διδασκαλία της πληροφορικής ως ξεχωριστού γνωστικού αντικειμένου με στόχο την προώθηση του τεχνολογικού αλφαβητισμού και την απόκτηση προεπαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων στην αξιοποίηση του υπολογιστή ως πηγής και μέσου πληροφόρησης, καθώς και εποπτικού και επικοινωνιακού μέσου για την υποβοήθηση της διδασκαλίας και την ανάπτυξη μη συμβατικών τρόπων μάθησης στη χρήση του υπολογιστή ως γνωστικού και αναπτυξιακού εργαλείου στο πλαίσιο του σχολείου, αλλά και έξω από αυτό, αλλά και ως πεδίου επιστημονικής μελέτης για τη διερεύνηση γνωστικών δομών και μοντέλων της ανθρώπινης σκέψης.
2. στη χρήση του υπολογιστή ως μέσου διασκέδασης και άτυπης μάθησης. Δυστυχώς η πολιτεία μέχρι τώρα ενδιαφέρεται μόνο για την πρώτη εκπαιδευτική αξία του υπολογιστή (διδασκαλία του μαθήματος της πληροφορικής) και αγνοεί τις υπόλοιπες, προβαίνοντας σε ενέργειες που μαρτυρούν την ύπαρξη παρανοήσεων. Μια τέτοιου είδους άγνοια ή αγνόηση φαίνεται από τις εξής παρανοήσεις, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο μέχρι τώρα επίσημος εκπαιδευτικός σχεδιασμός: ο τρόπος με τον οποίο άρχισε η εισαγωγή των ΝΤ στη χώρα μας στα μέσα της δεκαετίας του '80, μαρτυρεί την υπερίσχυση μιας απλοϊκής τεχνοκεντρικής αντίληψης, που περιορίζεται στο στόχο της ανάπτυξης του τεχνολογικού αλφαβητισμού (στο Γυμνάσιο) ή της προ-επαγγελματικής κατάρτισης των μαθητών (στο Λύκειο) με την εισαγωγή στο σχολικό πρόγραμμα ενός ακόμη μαθήματος ξεχωριστής «ειδικότητας» και υποτιμά το ρόλο του υπολογιστή ως γνωστικού εργαλείου για την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε όλα τα μαθήματα.
3. Το γεγονός επίσης ότι η ένταξη των ΤΠΕ στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση έχει παραμείνει στη χώρα μας μέχρι πρόσφατα έξω από κάθε επίσημο σχεδιασμό βασίζεται στην ιδέα ότι το μάθημα της Πληροφορικής δεν είναι τόσο απαραίτητο και κατάλληλο για τις μικρές ηλικίες. (Προφανώς δεν λαμβάνονται υπόψη τα μαθησιακά οφέλη από τις άλλες χρήσεις του υπολογιστή). Αυτό, κατά τη γνώμη μας, είναι σοβαρή παράλειψη όχι μόνον διότι μαρτυρά προχειρότητα και απουσία ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού σχεδιασμού, αλλά και για πολλούς άλλους λόγους, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι: α) πρόκειται για ένα άναρχο και μη σύμφωνο προς τα διεθνώς κρατούντα φαινόμενο, αφού από τη μελέτη της διεθνούς βιβλιογραφίας φαίνεται ότι στις προηγμένες χώρες το βάρος του παιδαγωγικού ερευνητικού ενδιαφέροντος εξ αρχής επικεντρώθηκε στις μικρές, τις κατεξοχήν διαμορφώσιμες και θεμελιακές ηλικίες, κατά τις οποίες δημιουργούνται οι βάσεις κάθε είδους μάθησης. Γι' αυτό και οι σχετικές έρευνες, αλλά και οι πρώτες παιδαγωγικές εφαρμογές εκπαιδευτικού λογισμικού, είχαν συνήθως αποδέκτες το μαθητικό πληθυσμό της Α/βάθμιας Εκπαίδευσης, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλες σχεδόν τις θεωρίες της μάθησης β) η ανάπτυξη στη χώρα μας της παιδαγωγικής επιστήμης και των εφαρμογών της στο νέο αυτό τομέα (Πληροφορική στην Εκπαίδευση) δεν αφορά μόνο την ευκαιριακή κατανάλωση ενός τεχνολογικού ή επιστημονικού προϊόντος, αλλά και τον εκπαιδευτικό πειραματισμό, τη δημιουργία δικής μας εμπειρίας και παράδοσης, καθώς και ένα προγραμματισμό πνοής στο συγκεκριμένο τομέα. Διότι, αν μετά από δέκα χρόνια, για παράδειγμα, εισήγοντο οι υπολογιστές στο Δημοτικό, θα ήταν τότε πλέον αργά να αναζητούμε έμπειρους επιστήμονες που θα χρειαζόταν να πατούν στο γόνιμο έδαφος μιας πλούσιας επιστημονικής και πολιτιστικής παράδοσης στο δικό μας κοινωνικό πλαίσιο, μετά από την απαιτούμενη διαδικασία της αξιολόγησης των πρώτων εφαρμογών, την επακόλουθη διόρθωση των λαθών και, ενδεχομένως, την κριτική αναθεώρηση της ασκούμενης πολιτικής.
4. οι βασικές αποφάσεις για τη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής πάρθηκαν από επιστημονικές επιτροπές στο ΥΠΕΠΘ, τα μέλη των οποίων προέρχονταν ως επί το πλείστον από άσχετα με τις επιστήμες της αγωγής και της εκπαίδευσης πανεπιστημιακά τμήματα ή τομείς (πολυτεχνικά, γεωπονικά κ.ά)
5. πιστεύουν οι υπεύθυνοι φορείς του υπουργείου ότι είναι δυνατόν να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα μία κατάρτιση των εκπαιδευτικών, όπως είναι αυτή της «Κοινωνίας της Πληροφορίας» (που περιορίζεται στην καθαρά τεχνική διάσταση της εισαγωγής τους σε έναν υποτυπώδη τεχνολογικό αλφαβητισμό και που πραγματοποιείται σε χρηστικό κενό) χωρίς την παράλληλη εκπαίδευσή τους με εμπειρίες παιδαγωγικών εφαρμογών και δοκιμής νέων διδακτικών προσεγγίσεων και ρόλων, (ωσάν να επρόκειτο για κατάρτιση άλλου είδους επαγγελματιών, π.χ., γραμματέων, υπαλλήλων γραφείου, ιδιωτών κτλ.) παρά τη συνεχή δημόσια κριτική και την πληθώρα των επισημάνσεων από σχετικούς πανεπιστημιακούς φορείς και μελετητές, που υποστηρίζουν ότι τέτοιου είδους καταρτίσεις των εκπαιδευτικών, δεν έχουν αποτέλεσμα και δεν ενδείκνυνται.
6. δεν έχουν αντιληφθεί επίσης οι φορείς αυτοί ότι στη χώρα μας, όπως συμβαίνει και στο εξωτερικό, έχει αρχίσει – και πρέπει να ενισχυθεί - η προσπάθεια να παράγονται από τα παιδαγωγικά τμήματα ειδικότητες κατάλληλες για την εκπαίδευση, επιστήμονες δηλαδή που είτε έχουν ως βασικές σπουδές τα παιδαγωγικά και αποκτούν διετή ή και ετήσια τεχνολογική κατάρτιση στενά συνδεδεμένη με περισσότερο προωθημένη μάθηση πάνω στη διδακτική θεωρία και πράξη, είτε έχουν επιστημονική τεχνολογική κατάρτιση και αποκτούν συμπληρωματικά και την παιδαγωγική, στην οποία προσαρμόζουν τις πρότερες γνώσεις τους. Με την τεχνικίστικη αντίληψη που έχουν όμως, θεώρησαν ότι οι επιστήμονες της πρώτης από τις προαναφερθείσες κατηγορίες δεν πρέπει να γίνονται δεκτοί ως επιμορφωτές στα προγράμματα της «Κοινωνίας της Πληροφορίας» (παρόλο που είναι οι πλέον κατάλληλοι, εφόσον μάλιστα διαθέτουν επί πλέον διδακτική και ερευνητική εμπειρία,) και έδωσαν το προβάδισμα στους έχοντες προσόντα τεχνολογικής εκπαίδευσης και (τεχνολογικής) διδακτικής εμπειρίας. Αν τελικά, μετά από επανειλημμένες δικές μας προσπάθειες, έγινε δεκτός και ένας αριθμός επιστημόνων ΄της πρώτης κατηγορίας, αυτό εκλήφθηκε ότι έγινε κατά παραχώρηση!
7. φλερτάρουν με τις προτάσεις ορισμένων επιστημονικών ομάδων να γίνει μια αρχή εισαγωγής της Πληροφορικής στο δημοτικό διορίζοντας αποφοίτους της Πληροφορικής, που δεν έχουν σχέση με τις παιδαγωγικές και διδασκαλικές σπουδές, κάτι, που ήταν στα σχέδια της προηγούμενης Κυβέρνησης που ευτυχώς που δεν είχε υλοποιηθεί, όμως με την ενδεχόμενη επικράτηση μιας συντεχνιακής νοοτροπίας που επιδιώκει την επαγγελματική αποκατάσταση των ειδικών της Πληροφορικής, σε συνδυασμό με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι ιθύνοντες την αξιοποίηση των ΝΤ στην Εκπαίδευση, αποφασίστηκε να υλοποιηθεί από την νυν Κυβέρνηση. Τέτοιου είδους αντιλήψεις έχουν καθώς φαίνεται και διάφορες επαγγελματικές ομάδες, όπως οι απόφοιτοι της Πληροφορικής, που πιέζουν για το διορισμό τους στο δημοτικό.
Ελπίζουμε να ευαισθητοποιηθούν οι επαγγελματικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και να συμβάλουν στην αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχόμενου, όχι μόνον για τους παραπάνω λόγους, αλλά για να μη συνεχιστεί η ιδέα ότι οποιοσδήποτε επιστήμονας είναι ικανός να αναλάβει τη διδασκαλία παιδιών (κάτι που ήδη γίνεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), ότι όσο πιο μικρά είναι τα παιδιά, τόσο ευκολότερη είναι η διδασκαλία και ότι τα παιδαγωγικά είναι τόσο απλή υπόθεση που μπορεί να τα μάθει κανείς με λίγα σεμινάρια. Όπως επισημάνθηκε και πιο πάνω, η συνεχώς διογκούμενη διεθνής και ελληνική βιβλιογραφία έχει ήδη δείξει ότι οι δυνατότητες των ΤΠΕ μπορούν να αξιοποιηθούν για μια σημαντική αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο (κατ' επέκταση και της κοινωνίας) κάτω όμως από ορισμένες προϋποθέσεις που, όταν απουσιάζουν, είναι δυνατόν να οδηγήσουν ακόμη και στην ενίσχυση, αντί της υπέρβασης, ορισμένων ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών και αποτελεσμάτων της εκπαίδευσης.
Η δημιουργική αξιοποίηση του υπολογιστή ως γνωστικού εργαλείου βρίσκει εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου η πίεση της προετοιμασίας για ανώτερες ακαδημαϊκές σπουδές δεν είναι τόσο μεγάλη, ενώ οι δάσκαλοι, τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον, έχουν αποκτήσει ορισμένες βασικές παιδαγωγικές γνώσεις και διδάσκουν όλα σχεδόν τα μαθήματα έχοντας πολλές ώρες τους ίδιους μαθητές μέσα στην τάξη. Έχουν επομένως πολλές ευκαιρίες για οργανωμένη χρήση του υπολογιστή και μάλιστα για την εφαρμογή της διαφοροποιημένης διδασκαλίας, της διερευνητικής και της ομαδοσυνεργατικής μάθησης, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι συνάδελφοί τους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Mία από τις προτεραιότητες του εκπαιδευτικού σχεδιασμού λοιπόν πρέπει να είναι η επέκταση της εισαγωγής των ΤΠΕ και στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, με μια μορφή όμως πολύ διαφορετική από αυτή που επιχειρήθηκε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο.
Ασφαλώς υπάρχουν πολλά μοντέλα σταδιακής ένταξης των ΤΠΕ στη μαθησιακή διαδικασία στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όμως ένα μοντέλο που βασίζεται σε τεχνοκεντρικές αντιλήψεις σχετικά με την εισαγωγή των ΤΠΕ στην Εκπαίδευση είναι, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και την άποψη όλων σχεδόν των έγκριτων μελετητών της χώρας μας, καταδικασμένο σε αποτυχία και χωρίς αναγεννησιακή πνοή για την υπόθεση της Παιδείας στην εποχή μας.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι πώς να τοποθετήσουμε ειδικούς της Πληροφορικής για να «μάθουν κομπιούτερ» τα παιδιά, αλλά πώς θα μάθουν όλοι οι μαχόμενοι εκπαιδευτικοί στο πλαίσιο οργανωμένων, ολοκληρωμένων και βιώσιμων προγραμμάτων να αξιοποιούν τις ΤΠΕ για να γίνουν καλύτεροι δάσκαλοι απελευθερώνοντας τις δικές τους αναπτυξιακές δυνάμεις, αλλά και εκείνες των μαθητών τους και να συμβάλουν, ο καθένας με τον τρόπο του και τους ρυθμούς του, στην πραγματοποίηση μιας εκ των έσω ουσιαστικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και ανάπτυξης.
Η μέχρι τώρα εμπειρία μου από πιλοτικά, επιμορφωτικά και μεταπτυχιακά προγράμματα εκπαιδευτικών στα οποία υπήρξα υπεύθυνος ή επιστημονικός συνεργάτης με έχει πείσει ότι οι δάσκαλοι της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι πολύ επιδεκτικοί στην υιοθέτηση και περαιτέρω ανάπτυξη ενός παιδαγωγικού μοντέλου ένταξης και αξιοποίησης των ΤΠΕ στο δημοτικό, τόσο στο επίπεδο της θεωρίας, όσο και της εφαρμογής.
Οι δάσκαλοι που γνωρίσαμε όχι μόνον δεν υστερούν από εκείνους άλλων ανεπτυγμένων χωρών – παρά τη μέχρι τώρα υποβάθμιση του ρόλου τους από το εκπαιδευτικό μας σύστημα – αλλά στην πλειονότητά τους, και συχνά ανεξαρτήτως ηλικίας, επιδεικνύουν θετική στάση, δημιουργικότητα και παιδαγωγικό ενθουσιασμό, αρκεί τα εκπαιδευτικά προγράμματα στα οποία συμμετέχουν, να συνδυάζουν την τεχνολογική και παιδαγωγική κατάρτιση, να υιοθετούν σύγχρονες προσωποκεντρικές και συνεργατικές προσεγγίσεις μέσα σε ένα κλίμα αποδοχής, σεβασμού, αλληλεγγύης, αυτονομίας,, καθώς και παροχής εσωτερικών κινήτρων και προτύπων παραγωγής καινοτόμου έργου, που συνδέεται με τη διδακτική πράξη.
Το έργο τους παρουσιάζει χρόνο με το χρόνο βελτίωση και συχνά μας εκπλήσσει ευχάριστα, ενώ παράλληλα παρέχει και στους διδάσκοντες ευκαιρίες επαγγελματικής βελτίωσης, αφού η διδακτική γνώση και των πανεπιστημιακών δασκάλων – όπως εξ άλλου και όλων των εκπαιδευτικών - δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί σε κοινωνικό κενό.(Προσωπικά μπορούμε να δηλώσουμε ότι χάρις στα προγράμματα των τελευταίων χρόνων, που μας έδωσαν την ευκαιρία να εργαστούμε με εκπαιδευτικούς όλων των κατηγοριών, μάθαμε πολλά πράγματα και έχουμε βγει βελτιωμένοι ως δάσκαλοι από την όλη εμπειρία).
Ασφαλώς δεν θα πρέπει να αποκλειστούν από το δικαίωμά τους να εργαστούν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και οι επιστήμονες της πληροφορικής ή άλλων ειδικοτήτων που προορίζονται για την εκπαίδευση στη θέση του υπεύθυνου της τεχνολογικής υποστήριξης του σχολείου, ενός ρόλου που φάνηκε και από το πιλοτικό πρόγραμμα της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, το επονομαζόμενο «ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ», ότι είναι πολύ χρήσιμος, δεδομένου ότι οι δάσκαλοι δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν και να αναλαμβάνουν την επίλυση των πολλών και ποικίλων τεχνολογικών προβλημάτων της λειτουργίας των εργαστηρίων.
Ο επιστήμονας αυτός, εκτός του ότι θα υποστήριζε τεχνολογικά ομάδα σχολείων, θα μπορούσε επίσης να πραγματοποιεί εισαγωγικά τεχνολογικά σεμινάρια ενδοσχολικής και πολλαπλασιαστικής μορφής σε μικρές εθελοντικές ομάδες εκπαιδευτικών και να ενημερώνει εκπαιδευτικούς στις νέες εξελίξεις. Χρειάζεται όμως προσοχή, γιατί δεν είναι δύσκολο, αφού «βάλουν το πόδι τους» στο δημοτικό, να αποφασίσουν κάποιοι πολιτικοί ιθύνοντες, ή και οι ίδιοι οι δάσκαλοι που διστάζουν να ασχοληθούν με τις νέες τεχνολογίες, ότι είναι πιο βολικό να παίξουν οι επαγγελματίες αυτοί και άλλους διδακτικούς ρόλους, που υποκαθιστούν το δάσκαλο.
Πηγή: www.adraptis.com
Σάββατο 26 Ιουνίου 2010
Ώρα για «Συντακτική Εθνοσυνέλευση»
Ωρα για «Συντακτική Εθνοσυνέλευση»
Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του επιχειρούν να διαχειριστούν τη χρεοκοπία του ελλαδικού κράτους ζητώντας διεθνείς εγγυήσεις για να συνεχίσει η χώρα να δανείζεται. Οι εγγυήτριες κυβερνήσεις απαιτούν ως αντιστάθμισμα των εγγυήσεών τους μέτρα περιορισμού της ξέφρενης κρατικής σπατάλης με την οποία συντηρείται στην Ελλάδα το καθεστώς της κομματοκρατίας. Και ο κατ’ αυτευφημισμόν «σοσιαλιστής» πρωθυπουργός προσφέρει ό,τι πιο παράλογο σε κοινωνική αδικία μέτρο.
Δεν διανοείται να απαλλάξει το κράτος από τη σωρεία των αυθαίρετα, για κομματικό ρουσφέτι, διορισμένων. Να απολύσει, έστω για τα μάτια, τις εκατοντάδες που διορίστηκαν στη Βουλή λίγες μόλις μέρες ή ώρες πριν από τις τελευταίες εκλογές προκλητικά και αδιάντροπα. Του είναι αδιανόητο να πολεμήσει την κρατική σπατάλη με θεσμούς και όχι με προσωρινά, γενικά και άδικα μέτρα: Να συγκροτήσει θεσμούς αδιάβλητης αξιολόγησης της δημοσιοϋπαλληλίας, να αμείψει τους ικανούς και εργατικούς, να απολύσει τις μάζες των κηφήνων και ανίκανων. Προτιμάει (το θεωρεί αυτονόητο) να περικόψει τους μισθούς όλων και όλες τις συντάξεις, προκειμένου να συντηρήσει το εξωφρενικά υπερτροφικό και αντιπαραγωγικό κράτος: καίριο πελατειακό υποστύλωμα της κομματοκρατίας.
Γενικές και αδιάκριτες περικοπές αποδοχών, εξοντωτική της φτωχολογιάς έμμεση φορολογία, σπασμωδικά και επιδερμικά πυροσβεστικά μέτρα – δεν διανοείται ο πρωθυπουργός να θίξει τη θεσμική υποδομή και στοιχείωση της κρατικής σπατάλης. Δεν καταλαβαίνει ότι χωρίς θεσμούς ελέγχου και αξιοκρατικής διαβάθμισης των δημοσίων υπαλλήλων αποκλείεται το κράτος να καταστεί λειτουργικό, να γίνει παραγωγικός ο ρυθμός ζωής της χώρας. Και αν ο πρωθυπουργός δεν επαρκεί ή δεν θέλει να το καταλάβει, οι «άτεγκτοι» εγγυητές του δανεισμού μας δεν αντιλαμβάνονται ότι το πελατειακό κράτος της ελλαδικής κομματοκρατίας είναι «πίθος των Δαναΐδων»; Οτι κανένας ποτέ δανεισμός δεν θα μπορέσει να κορέσει την τυφλή απαίτηση του κομματικοποιημένου Νεοέλληνα να τον πληρώνει το κράτος για να κάθεται;
Δεν ενδιαφέρεται ο κληρονομικώ χρίσματι πρωθυπουργός να αξιοποιήσει το σοκ της οικονομικής καταστροφής και την απώλεια αυτεξουσιότητας της χώρας για να ασφαλίσει τα λαϊκά συμφέροντα, να απαλλάξει τις αδύναμες κοινωνικές τάξεις από τον αντικοινωνικό σαδισμό των συνδικαλισμένων συμφερόντων. Να πατάξει τις «πορείες» που νεκρώνουν την αγορά και ρίχνουν στην ανεργία την υπαλληλία μικροεπιχειρήσεων και καταστημάτων. Να εφαρμόσει με συνέπεια τις διατάξεις του Συντάγματος για τον δημοσιοϋπαλληλικό συνδικαλισμό, να κολάσει αμείλικτα τον γκανγκστερικό εκβιασμό των απεργιών «κοινωνικού κόστους». Να προστατεύσει το λαϊκό σώμα από τους οργανωμένους υπονομευτές του λαϊκού συμφέροντος που επιδιώκουν μεθοδικά επίταση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, μήπως και πετύχουν, οι ψυχανώμαλοι, να φτάσουν στην εξουσία με «επανάσταση του προλεταριάτου»!
Ο ολίγιστος πρωθυπουργός μας και οι νεήλυδες επιτελείς του ασκούν την πολιτική (δηλαδή διαχειρίζονται τη ζωή μας και τα όνειρα των παιδιών μας) ωσάν να παίζουν πόκερ ή μπριτζ. Η λογική τους είναι, φανερά, λογική του παίκτη που θέλει να κερδίσει την παρτίδα, όχι ανθρώπων που πονάνε και μάχονται για κοινωνική αλλαγή, για τίμια επανίδρυση του διαλυμένου και διεφθαρμένου κράτους, για κοινωνική δικαιοσύνη και ποιότητα ζωής. Δεν μπορούν να σκεφθούν με τέτοιες προτεραιότητες. Αν μπορούσαν, θα είχαν πάψει να λένε ψέματα ή θα είχαν ζητήσει αυθόρμητα συγγνώμη για την πλησμονή της ψευδολογίας ότι «υπάρχουν χρήματα», ότι κομίζουν «πράσινη ανάπτυξη» και τα όμοια της παπανδρεϊκής ασύστολης κιβδηλίας.
Η οικονομική χρεοκοπία δεν είναι τεχνικό, διαχειριστικό πρόβλημα, είναι οργανικό σύμπτωμα κοινωνικής παρακμής, απώλειας «νοήματος» της συνύπαρξης, της μετοχής σε κοινωνία σχέσεων, στη χαρά του ανήκειν. Μια συλλογικότητα παρακμάζει όταν ο άσχετος, α-νόητος βίος εξαναγκάζει σε πληθωρισμό ιδιοτέλειας, σε παραίτηση από τη δημιουργία, σε χρησιμοθηρική αποκλειστικά εκδοχή της παραγωγικότητας. Το πραγματικό αίτιο της οικονομικής χρεοκοπίας είναι η υποβάθμιση των απαιτήσεων για ποιότητα ζωής, η υποκατάσταση της δημιουργικότητας του ανθρώπου από την ηδονιστική χρησιμοθηρία και την καταναλωτική βουλιμία, η έκλειψη της άμιλλας.
Ο ανθρωπολογικός τύπος του «πασόκου» ή του «νεοδημοκράτη» ή του «προοδευτικού αριστερού» δεν ενδιαφέρεται για το τι θα δημιουργήσει στη ζωή του, αλλά για το πώς θα βγάλει λεφτά, θα κερδίσει εύκολο χρήμα. Αυτή τη νοο-τροπία εκφράζει τυπικά ο τάχα και πολιτικός λόγος όλων των συντεχνιών του κομματικού παλκοσένικου, με αυτή τη «φιλοσοφία» οργανώνουν την παιδεία των Ελλήνων, τριάντα χρόνια τώρα, οι συμπλεγματικοί «εκσυγχρονιστές» των κομμάτων εξουσίας, αυτούς τους στόχους της εγωκεντρικής καταναλωτικής λαγνείας και του ακοινώνητου απαιτητή «δικαιωμάτων» καλλιεργούν οι έμποροι της τηλεοπτικής αποχαύνωσης.
Οι συντεχνίες όλες του κομματικού φάσματος είναι μέρος του προβλήματος, οι βασικοί συντελεστές του προβλήματος που βιώνει ο τόπος, γι’ αυτό και μοιάζει λογικά και πραγματικά αδύνατο να οδηγήσουν σε λύση, σε πραγματικό ξεπέρασμα της χρεοκοπίας. Θα συνεχίσουν να παζαρεύουν δάνεια, να υποδουλώνουν τη χώρα στους εγγυητές των δανείων, εξ ορισμού ανίκανοι να εμπνεύσουν στον λαό κίνητρα και στόχους παραγωγικότητας, ζωτικά αναπληρώματα των καταναλωτικών υστερήσεων.
Με άλλα λόγια: Είναι παράλογο και αντιφατικό να περιμένουμε από τα κόμματα την ανάκαμψη της οικονομίας, την επανίδρυση του κράτους, την ανασύνταξη της ελληνικής κοινωνίας. Εχουμε αναρίθμητα τεκμήρια, αναμφίβολες αποδείξεις, ότι δεν μπορούν να το κάνουν. Τα υπάρχοντα κόμματα έχουν ιστορικά τελειώσει, το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι οριστικά φθαρμένο, ντροπιαστικά εκφαυλισμένο, γελοιωδώς ανίκανο, εγκληματικά ένοχο. Η χώρα χρειάζεται μεταπολίτευση, εκλογές για Συντακτική Συνέλευση, καινούργιο εξ υπαρχής Σύνταγμα.
Η καταστροφή που μόλις αρχίζουμε να βιώνουμε, νομοτελειακά επερχόμενη, είναι και η μεγάλη μας, μάλλον τελευταία, ιστορική ευκαιρία. Στον κοινής αποδοχής (πλην κρετινοειδών «Λακεδαιμονίων») Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια επιφύλαξε η Ιστορία το προνόμιο και την ευθύνη να σαρκώσει σε πράξη την ευκαιρία: Με σοβαρή προεργασία ανιδιοτελών συνταγματολόγων να συγκροτήσει κυβέρνηση επιστρατευμένων προσωπικοτήτων που θα αντιμετωπίσει με κοινωνικά κριτήρια την οικονομική χρεοκοπία, θα συγκαλέσει Συντακτική Εθνοσυνέλευση, θα δώσει στη χώρα καινούργιο Σύνταγμα.
Ενας καταστατικός χάρτης καταγωγικά ανυπότακτος στην κομματικά διεφθαρμένη μερίδα της ελλαδικής κοινωνίας μπορεί να γίνει καταλύτης για ελπιδοφόρο κοινωνικό μετασχηματισμό.
http://yannaras.gr
Δεν διανοείται να απαλλάξει το κράτος από τη σωρεία των αυθαίρετα, για κομματικό ρουσφέτι, διορισμένων. Να απολύσει, έστω για τα μάτια, τις εκατοντάδες που διορίστηκαν στη Βουλή λίγες μόλις μέρες ή ώρες πριν από τις τελευταίες εκλογές προκλητικά και αδιάντροπα. Του είναι αδιανόητο να πολεμήσει την κρατική σπατάλη με θεσμούς και όχι με προσωρινά, γενικά και άδικα μέτρα: Να συγκροτήσει θεσμούς αδιάβλητης αξιολόγησης της δημοσιοϋπαλληλίας, να αμείψει τους ικανούς και εργατικούς, να απολύσει τις μάζες των κηφήνων και ανίκανων. Προτιμάει (το θεωρεί αυτονόητο) να περικόψει τους μισθούς όλων και όλες τις συντάξεις, προκειμένου να συντηρήσει το εξωφρενικά υπερτροφικό και αντιπαραγωγικό κράτος: καίριο πελατειακό υποστύλωμα της κομματοκρατίας.
Γενικές και αδιάκριτες περικοπές αποδοχών, εξοντωτική της φτωχολογιάς έμμεση φορολογία, σπασμωδικά και επιδερμικά πυροσβεστικά μέτρα – δεν διανοείται ο πρωθυπουργός να θίξει τη θεσμική υποδομή και στοιχείωση της κρατικής σπατάλης. Δεν καταλαβαίνει ότι χωρίς θεσμούς ελέγχου και αξιοκρατικής διαβάθμισης των δημοσίων υπαλλήλων αποκλείεται το κράτος να καταστεί λειτουργικό, να γίνει παραγωγικός ο ρυθμός ζωής της χώρας. Και αν ο πρωθυπουργός δεν επαρκεί ή δεν θέλει να το καταλάβει, οι «άτεγκτοι» εγγυητές του δανεισμού μας δεν αντιλαμβάνονται ότι το πελατειακό κράτος της ελλαδικής κομματοκρατίας είναι «πίθος των Δαναΐδων»; Οτι κανένας ποτέ δανεισμός δεν θα μπορέσει να κορέσει την τυφλή απαίτηση του κομματικοποιημένου Νεοέλληνα να τον πληρώνει το κράτος για να κάθεται;
Δεν ενδιαφέρεται ο κληρονομικώ χρίσματι πρωθυπουργός να αξιοποιήσει το σοκ της οικονομικής καταστροφής και την απώλεια αυτεξουσιότητας της χώρας για να ασφαλίσει τα λαϊκά συμφέροντα, να απαλλάξει τις αδύναμες κοινωνικές τάξεις από τον αντικοινωνικό σαδισμό των συνδικαλισμένων συμφερόντων. Να πατάξει τις «πορείες» που νεκρώνουν την αγορά και ρίχνουν στην ανεργία την υπαλληλία μικροεπιχειρήσεων και καταστημάτων. Να εφαρμόσει με συνέπεια τις διατάξεις του Συντάγματος για τον δημοσιοϋπαλληλικό συνδικαλισμό, να κολάσει αμείλικτα τον γκανγκστερικό εκβιασμό των απεργιών «κοινωνικού κόστους». Να προστατεύσει το λαϊκό σώμα από τους οργανωμένους υπονομευτές του λαϊκού συμφέροντος που επιδιώκουν μεθοδικά επίταση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, μήπως και πετύχουν, οι ψυχανώμαλοι, να φτάσουν στην εξουσία με «επανάσταση του προλεταριάτου»!
Ο ολίγιστος πρωθυπουργός μας και οι νεήλυδες επιτελείς του ασκούν την πολιτική (δηλαδή διαχειρίζονται τη ζωή μας και τα όνειρα των παιδιών μας) ωσάν να παίζουν πόκερ ή μπριτζ. Η λογική τους είναι, φανερά, λογική του παίκτη που θέλει να κερδίσει την παρτίδα, όχι ανθρώπων που πονάνε και μάχονται για κοινωνική αλλαγή, για τίμια επανίδρυση του διαλυμένου και διεφθαρμένου κράτους, για κοινωνική δικαιοσύνη και ποιότητα ζωής. Δεν μπορούν να σκεφθούν με τέτοιες προτεραιότητες. Αν μπορούσαν, θα είχαν πάψει να λένε ψέματα ή θα είχαν ζητήσει αυθόρμητα συγγνώμη για την πλησμονή της ψευδολογίας ότι «υπάρχουν χρήματα», ότι κομίζουν «πράσινη ανάπτυξη» και τα όμοια της παπανδρεϊκής ασύστολης κιβδηλίας.
Η οικονομική χρεοκοπία δεν είναι τεχνικό, διαχειριστικό πρόβλημα, είναι οργανικό σύμπτωμα κοινωνικής παρακμής, απώλειας «νοήματος» της συνύπαρξης, της μετοχής σε κοινωνία σχέσεων, στη χαρά του ανήκειν. Μια συλλογικότητα παρακμάζει όταν ο άσχετος, α-νόητος βίος εξαναγκάζει σε πληθωρισμό ιδιοτέλειας, σε παραίτηση από τη δημιουργία, σε χρησιμοθηρική αποκλειστικά εκδοχή της παραγωγικότητας. Το πραγματικό αίτιο της οικονομικής χρεοκοπίας είναι η υποβάθμιση των απαιτήσεων για ποιότητα ζωής, η υποκατάσταση της δημιουργικότητας του ανθρώπου από την ηδονιστική χρησιμοθηρία και την καταναλωτική βουλιμία, η έκλειψη της άμιλλας.
Ο ανθρωπολογικός τύπος του «πασόκου» ή του «νεοδημοκράτη» ή του «προοδευτικού αριστερού» δεν ενδιαφέρεται για το τι θα δημιουργήσει στη ζωή του, αλλά για το πώς θα βγάλει λεφτά, θα κερδίσει εύκολο χρήμα. Αυτή τη νοο-τροπία εκφράζει τυπικά ο τάχα και πολιτικός λόγος όλων των συντεχνιών του κομματικού παλκοσένικου, με αυτή τη «φιλοσοφία» οργανώνουν την παιδεία των Ελλήνων, τριάντα χρόνια τώρα, οι συμπλεγματικοί «εκσυγχρονιστές» των κομμάτων εξουσίας, αυτούς τους στόχους της εγωκεντρικής καταναλωτικής λαγνείας και του ακοινώνητου απαιτητή «δικαιωμάτων» καλλιεργούν οι έμποροι της τηλεοπτικής αποχαύνωσης.
Οι συντεχνίες όλες του κομματικού φάσματος είναι μέρος του προβλήματος, οι βασικοί συντελεστές του προβλήματος που βιώνει ο τόπος, γι’ αυτό και μοιάζει λογικά και πραγματικά αδύνατο να οδηγήσουν σε λύση, σε πραγματικό ξεπέρασμα της χρεοκοπίας. Θα συνεχίσουν να παζαρεύουν δάνεια, να υποδουλώνουν τη χώρα στους εγγυητές των δανείων, εξ ορισμού ανίκανοι να εμπνεύσουν στον λαό κίνητρα και στόχους παραγωγικότητας, ζωτικά αναπληρώματα των καταναλωτικών υστερήσεων.
Με άλλα λόγια: Είναι παράλογο και αντιφατικό να περιμένουμε από τα κόμματα την ανάκαμψη της οικονομίας, την επανίδρυση του κράτους, την ανασύνταξη της ελληνικής κοινωνίας. Εχουμε αναρίθμητα τεκμήρια, αναμφίβολες αποδείξεις, ότι δεν μπορούν να το κάνουν. Τα υπάρχοντα κόμματα έχουν ιστορικά τελειώσει, το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι οριστικά φθαρμένο, ντροπιαστικά εκφαυλισμένο, γελοιωδώς ανίκανο, εγκληματικά ένοχο. Η χώρα χρειάζεται μεταπολίτευση, εκλογές για Συντακτική Συνέλευση, καινούργιο εξ υπαρχής Σύνταγμα.
Η καταστροφή που μόλις αρχίζουμε να βιώνουμε, νομοτελειακά επερχόμενη, είναι και η μεγάλη μας, μάλλον τελευταία, ιστορική ευκαιρία. Στον κοινής αποδοχής (πλην κρετινοειδών «Λακεδαιμονίων») Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια επιφύλαξε η Ιστορία το προνόμιο και την ευθύνη να σαρκώσει σε πράξη την ευκαιρία: Με σοβαρή προεργασία ανιδιοτελών συνταγματολόγων να συγκροτήσει κυβέρνηση επιστρατευμένων προσωπικοτήτων που θα αντιμετωπίσει με κοινωνικά κριτήρια την οικονομική χρεοκοπία, θα συγκαλέσει Συντακτική Εθνοσυνέλευση, θα δώσει στη χώρα καινούργιο Σύνταγμα.
Ενας καταστατικός χάρτης καταγωγικά ανυπότακτος στην κομματικά διεφθαρμένη μερίδα της ελλαδικής κοινωνίας μπορεί να γίνει καταλύτης για ελπιδοφόρο κοινωνικό μετασχηματισμό.
http://yannaras.gr
Ετικέτες
Άρθρα-Απόψεις
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Διάβασε πριν δεις την εικόνα...
Σύμφωνα με ιατρικά πειράματα:
Αν βρεις τον ανδρα σε 3 δευτερόλεπτα, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι περισσότερο αναπτυγμένο απ'ότι στο μέσο άνθρωπο.
Αν τον βρεις περίπου σε 1 λεπτό, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι όσο και των περισσότερων. Αν κάνεις να το βρεις από 1 εως 3 λεπτά, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι αργό και χρειάζεσαι περισσότερες πρωτεϊνες.
Αν κάνεις περισσότερο από 3 λεπτά, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι "άστα να πάνε", πολύ αργό και ο μόνος τρόπος βελτίωσης είναι να αρχίσεις να βλέπεις κινούμενα σχέδια για να τον βοηθήσεις να αναπτυχθεί.
Δεν είναι αστείο, ο άνδρας πραγματικά υπάρχει.
Προσπάθησε να τον βρεις και δες πόσο έκανες. Μπορείς να τον βρεις σε 3 δευτερόλεπτα;
Ιδού και η εικόνα:

Υ.Γ.
Για όλους όσοι δεν μπόρεσαν να τον βρουν, εδώ είναι η απάντηση.
Αν βρεις τον ανδρα σε 3 δευτερόλεπτα, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι περισσότερο αναπτυγμένο απ'ότι στο μέσο άνθρωπο.
Αν τον βρεις περίπου σε 1 λεπτό, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι όσο και των περισσότερων. Αν κάνεις να το βρεις από 1 εως 3 λεπτά, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι αργό και χρειάζεσαι περισσότερες πρωτεϊνες.
Αν κάνεις περισσότερο από 3 λεπτά, το δεξί κομμάτι του εγκεφάλου σου είναι "άστα να πάνε", πολύ αργό και ο μόνος τρόπος βελτίωσης είναι να αρχίσεις να βλέπεις κινούμενα σχέδια για να τον βοηθήσεις να αναπτυχθεί.
Δεν είναι αστείο, ο άνδρας πραγματικά υπάρχει.
Προσπάθησε να τον βρεις και δες πόσο έκανες. Μπορείς να τον βρεις σε 3 δευτερόλεπτα;
Ιδού και η εικόνα:

Υ.Γ.
Για όλους όσοι δεν μπόρεσαν να τον βρουν, εδώ είναι η απάντηση.
Ετικέτες
Διασκέδαση
Τρίτη 22 Ιουνίου 2010
Και όμως επαναλαμβάνεται…
Εχουν γραφτεί πολλά για το αν επαναλαμβάνεται η ιστορία. Κάποιοι ισχυρίζονται πως ακολουθεί κυκλική πορεία, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πως επαναλαμβάνεται σαν φάρσα και οι βολεμένοι-δοτοί ισχυρίζονται πως η ιστορία ακολουθεί ανοδική εξελικτική πορεία. Επηρεασμένοι απ’ όλα αυτά που ζούμε σαν χώρα, μας διαφεύγει πως το πρόβλημα είναι παγκόσμιο και σ’ αυτό έχουν συμβάλει τα ΜΜΕ (ελληνικά και διεθνή) και οι λεγόμενοι δήθεν οικονομικοί αναλυτές, που έχουν αναγάγει το πρόβλημα σε ελληνική υπόθεση για να θολώσουν τα νερά. Δείχνουν σκοπίμως το δέντρο αποφεύγοντας να δείξουν το δάσος για να μην αρχίσουμε να αμφισβητούμε το οικονομικό μοντέλο που έχουν φτιάξει κάποιοι στα μέτρα τους και το οποίο ευνοεί μόνο τους λίγους, τους ισχυρούς, όπως δηλαδή συμβαίνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Ενώ η ιστορία μας δείχνει ότι το σημερινό πρόβλημα της διαμάχης ( οι μαρξιστές μιλούν για πάλη των τάξεων) ανάμεσα στους λίγους έχοντες και κατέχοντες που διαρκώς θέλουν περισσότερα και στους πολλούς που το μόνο που έχουν και κατέχουν είναι η εργατική τους δύναμη ( γνώσεις και δεξιότητες), είναι ένα πρόβλημα διαχρονικό. Ακόμη και αν είχαμε σήμερα μια κυβέρνηση που θα είχε το θάρρος και τη βούληση να πάρει πάλι όλες τις μίζες των τελευταίων πενήντα ετών από τους επίορκους πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς, το πολύ να είχαμε αμβλύνει την κρίση, δεν θα λύναμε όμως το πρόβλημα γιατί αυτό είναι σύνθετο και έχει να κάνει με το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο που επέτρεψε τη συσσώρευση τεράστιου πλούτου σε λίγους, που το μοναδικό τους εμπόρευμα είναι το χρήμα.
Λένε πως η Ρώμη κατέρρευσε εξ αιτίας της δουλείας και η Φεουδαρχία εξ αιτίας της δουλοπαροικίας. Με τη συνεχή αύξηση των δούλων λόγω των κατακτήσεων, οι ρωμαίοι κρατούντες(πατρίκιοι και οι Ιππείς) προτιμούσαν να ταϊζουν δωρεάν τους απλούς ρωμαίους πολίτες πληβείους (κόστιζε φθηνότερα στην............
ιδιωτική τους τσέπη) με δημόσια συσσίτια (μόνο στη Ρώμη το μισό πληθυσμό 500 000) και να τους παρέχουν επίσης δωρεάν «άρτο και θεάματα» στους ιπποδρόμους παρά να τους απασχολούν με αμοιβή από την τσέπη τους. Ηταν επόμενο οι αριστοκράτες να ζουν μέσα στη χλιδή, επιδιώκοντας περισσότερη χλιδή και οι απλοί πολίτες να μην ενδιαφέρονται για τίποτα άλλο, ούτε καν για την άμυνα της πατρίδας τους, αφού ένιωθαν πως δεν τους ανήκε τίποτα πλέον για το οποίο άξιζε να αγωνιστούν. Από ένα σημείο και μετά, η πόλωση της κοινωνίας ήταν τέτοια που οι απλοί πολίτες έβλεπαν τους αριστοκράτες σαν κατακτητές και εκείνοι τους πληβείους σαν κατώτερα όντα, σαν δούλους που δεν έχουν ψυχή αλλά υπάρχουν μόνο και μόνο για να υπηρετούν την ματαιοδοξία τους. Κατά την περίοδο της φεουδαρχίας, οι συνθήκες, ουσιαστικά δεν ήταν πολύ καλύτερες γι αυτό και φτάσαμε στις αστικές επαναστάσεις και στο λεγόμενο καπιταλιστικό σύστημα που στηρίχτηκε κυρίως στους αστούς και στη μισθωτή εργασία. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις αρχίζουν πλέον να εξαφανίζονται σταδιακά.
Οσοι είχαν σπουδάσει οικονομικά μέχρι πριν τρεις δεκαετίες, γνώριζαν πως οι βασικοί συντελεστές που δημιουργούν πλούτο είναι η εργασία, το κεφάλαιο και η γη και σύμφωνα με τη συμμετοχή των ιδιοκτητών αυτών των συντελεστών στην δημιουργία του πλούτου, θα έπρεπε να γίνεται και ο καταμερισμός του πλούτου. Αυτά τουλάχιστον πρέσβευαν οι μεγάλοι κλασικοί της οικονομίας (Ανταμ Σιθ, Ρικάρντο και Μιλ). Ακόμη και οι νεότεροι οικονομολόγοι δεν αμφισβήτησαν τις βασικές θέσεις των κλασικών, μέχρι που ήρθαν οι λεγόμενοι μονεταριστές της Σχολής του Σικάγου με τον (Μάγο)Μίλτο Φρίντμαν, που έκανε την οικονομική επιστήμη σχολή Χάρι Πότερ. Εδώ και δυο-τρεις δεκαετίες, το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο παγκοσμίως στηρίζεται σ’ αυτήν τη σχολή των νεοφιλελεύθερων μονεταριστών, που λένε πως όλα είναι χρήμα και μόνο με το χρήμα ρυθμίζεις τα πάντα. Για τους ανθρώπους αυτούς, υλική παραγωγή και εργασία δεν έχουν καμιά αξία. Το αν κλείνουν βιομηχανίες και αν υπάρχουν πάνω από 250 εκατομμύρια άνεργοι (σύμφωνα με επίσημες στατιστικές) τους αφήνει παγερά αδιάφορους. Ετσι κι αλλιώς η επίσημη θέση τους είναι παρόμοια με εκείνη των αρχαίων χρόνων της δουλείας, όπου ακόμη και οι Πλάτων και Αριστοτέλης πίστευαν ότι όσοι αναγκάζονται να εργάζονται για να κερδίζουν τα προς το ζην δεν πρέπει να έχουν πολιτικά δικαιώματα διότι είναι κατώτερα όντα και οι δούλοι δεν έχουν ψυχή αλλά είναι απλώς ζωντανά εργαλεία. Για τους νεοφιλελεύθερους, ισχύει μέχρι σήμερα η θέση του βέλγου οικονομολόγου του 19ου αιώνα, που αυτοανακηρύχτηκε εκπρόσωπος της σχολής των «φιλελευθεριστών», του Molinari, ο οποίος έγραφε:
«Από οικονομική άποψη, οι εργαζόμενοι πρέπει να θεωρούνται σαν πραγματικές μηχανές, που προσφέρουν μια ορισμένη ποσότητα παραγωγικών δυνάμεων κι απαιτούν, σαν αντάλλαγμα, ορισμένα έξοδα συντήρησης, για να μπορούν να λειτουργούν με κανονικό και συνεχή ρυθμό».
Ολες οι οικονομικές πολιτικές παγκοσμίως, συγκλίνουν σε ένα ενιαίο οικονομικό μοντέλο. Σ’ αυτό των μονεταριστών. Ολα δείχνουν πως εδώ και χιλιάδες χρόνια η διαμάχη για καταμερισμό του πλούτου ανάμεσα στους έχοντες και κατέχοντες και στους δούλους, στους πληβείους και στους σύγχρονους νεόδουλους-μισθωτούς δεν έχει σταματήσει ποτέ. Κατά καιρούς και μόνο όταν οι δούλοι και πληβείου επαναστατούσαν, έβλεπαν κάποιες άσπρες μέρες.
Σε ομιλία του στο θωρηκτό Αβέρωφ, ο υιός Πατίστας είχε πει «η επιτυχία κερδίζεται δεν χαρίζεται από κανέναν». Αν το γνώριζαν αυτό και οι σύγχρονοι νεόδουλοι τα πράγματα σίγουρα θα ήταν καλύτερα για όλους μας. Δυστυχώς σήμερα οι νεόδουλοι επαναστατούν μόνο εναντίον άλλων ομάδων εργαζομένων που κέρδισαν περισσότερα με διεκδικήσεις ή ακόμη και εναντίον των ανέργων ναυτικών που απαιτούν από τους Πατίστες να σταματήσουν να απασχολούν ανασφάλιστους εργαζόμενους-σκλάβους των 350 ευρώ που κοστίζουν όσο οι ρωμαίοι δούλοι(τα απαραίτητα για την αναπλήρωση της ενέργειας ώστε να μπορούν να δουλέψουν και την επόμενη μέρα). Στο απλό ερώτημα προς τους νεοφιλελεύθερους κερδοσκόπους «κύριοι, όταν προτιμάτε να πληρώνει το δημόσιο εκατομμύρια ανέργους αρκεί να υπάρχει νομισματική σταθερότητα, πως θα παραχθεί νέος και περισσότερος πλούτος για να τον μοιράσουμε; Το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι να χρεοκοπήσει κάποτε το δημόσιο και εμείς», η απάντηση θα μπορούσε να ήταν «εμάς μας ενδιαφέρει πρωτίστως η τσέπη μας, εμείς δεν είμαστε κοινωνικές υπηρεσίες. Το ερώτημα να το απευθύνεται σ’ αυτούς που επιλέξατε να σας κυβερνήσουν». Αν απευθύνουμε το ερώτημα πάλι στους κυβερνώντες εκπροσώπους μας που χρεοκόπησαν το κράτος θα μας πουν «δυστυχώς ζούμε με δανεικά και όποιος πληρώνει παραγγέλνει και το χορό». Το έσχατο ερώτημα που θα μπορούσαμε να θέσουμε είναι, «μα εσείς δεν σώσατε τις τράπεζες και τους κερδοσκόπους με δημόσιο, δηλαδή δικό μας χρήμα» και η έσχατη απάντηση θα μπορούσε να είναι «μα αυτοί είναι τα πραγματικά αφεντικά μας. Εμείς θα αλλάξουμε την ιστορία»;
Αλέξανδρος Πιστοφίδης
Ενώ η ιστορία μας δείχνει ότι το σημερινό πρόβλημα της διαμάχης ( οι μαρξιστές μιλούν για πάλη των τάξεων) ανάμεσα στους λίγους έχοντες και κατέχοντες που διαρκώς θέλουν περισσότερα και στους πολλούς που το μόνο που έχουν και κατέχουν είναι η εργατική τους δύναμη ( γνώσεις και δεξιότητες), είναι ένα πρόβλημα διαχρονικό. Ακόμη και αν είχαμε σήμερα μια κυβέρνηση που θα είχε το θάρρος και τη βούληση να πάρει πάλι όλες τις μίζες των τελευταίων πενήντα ετών από τους επίορκους πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς, το πολύ να είχαμε αμβλύνει την κρίση, δεν θα λύναμε όμως το πρόβλημα γιατί αυτό είναι σύνθετο και έχει να κάνει με το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο που επέτρεψε τη συσσώρευση τεράστιου πλούτου σε λίγους, που το μοναδικό τους εμπόρευμα είναι το χρήμα.
Λένε πως η Ρώμη κατέρρευσε εξ αιτίας της δουλείας και η Φεουδαρχία εξ αιτίας της δουλοπαροικίας. Με τη συνεχή αύξηση των δούλων λόγω των κατακτήσεων, οι ρωμαίοι κρατούντες(πατρίκιοι και οι Ιππείς) προτιμούσαν να ταϊζουν δωρεάν τους απλούς ρωμαίους πολίτες πληβείους (κόστιζε φθηνότερα στην............
ιδιωτική τους τσέπη) με δημόσια συσσίτια (μόνο στη Ρώμη το μισό πληθυσμό 500 000) και να τους παρέχουν επίσης δωρεάν «άρτο και θεάματα» στους ιπποδρόμους παρά να τους απασχολούν με αμοιβή από την τσέπη τους. Ηταν επόμενο οι αριστοκράτες να ζουν μέσα στη χλιδή, επιδιώκοντας περισσότερη χλιδή και οι απλοί πολίτες να μην ενδιαφέρονται για τίποτα άλλο, ούτε καν για την άμυνα της πατρίδας τους, αφού ένιωθαν πως δεν τους ανήκε τίποτα πλέον για το οποίο άξιζε να αγωνιστούν. Από ένα σημείο και μετά, η πόλωση της κοινωνίας ήταν τέτοια που οι απλοί πολίτες έβλεπαν τους αριστοκράτες σαν κατακτητές και εκείνοι τους πληβείους σαν κατώτερα όντα, σαν δούλους που δεν έχουν ψυχή αλλά υπάρχουν μόνο και μόνο για να υπηρετούν την ματαιοδοξία τους. Κατά την περίοδο της φεουδαρχίας, οι συνθήκες, ουσιαστικά δεν ήταν πολύ καλύτερες γι αυτό και φτάσαμε στις αστικές επαναστάσεις και στο λεγόμενο καπιταλιστικό σύστημα που στηρίχτηκε κυρίως στους αστούς και στη μισθωτή εργασία. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις αρχίζουν πλέον να εξαφανίζονται σταδιακά.
Οσοι είχαν σπουδάσει οικονομικά μέχρι πριν τρεις δεκαετίες, γνώριζαν πως οι βασικοί συντελεστές που δημιουργούν πλούτο είναι η εργασία, το κεφάλαιο και η γη και σύμφωνα με τη συμμετοχή των ιδιοκτητών αυτών των συντελεστών στην δημιουργία του πλούτου, θα έπρεπε να γίνεται και ο καταμερισμός του πλούτου. Αυτά τουλάχιστον πρέσβευαν οι μεγάλοι κλασικοί της οικονομίας (Ανταμ Σιθ, Ρικάρντο και Μιλ). Ακόμη και οι νεότεροι οικονομολόγοι δεν αμφισβήτησαν τις βασικές θέσεις των κλασικών, μέχρι που ήρθαν οι λεγόμενοι μονεταριστές της Σχολής του Σικάγου με τον (Μάγο)Μίλτο Φρίντμαν, που έκανε την οικονομική επιστήμη σχολή Χάρι Πότερ. Εδώ και δυο-τρεις δεκαετίες, το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο παγκοσμίως στηρίζεται σ’ αυτήν τη σχολή των νεοφιλελεύθερων μονεταριστών, που λένε πως όλα είναι χρήμα και μόνο με το χρήμα ρυθμίζεις τα πάντα. Για τους ανθρώπους αυτούς, υλική παραγωγή και εργασία δεν έχουν καμιά αξία. Το αν κλείνουν βιομηχανίες και αν υπάρχουν πάνω από 250 εκατομμύρια άνεργοι (σύμφωνα με επίσημες στατιστικές) τους αφήνει παγερά αδιάφορους. Ετσι κι αλλιώς η επίσημη θέση τους είναι παρόμοια με εκείνη των αρχαίων χρόνων της δουλείας, όπου ακόμη και οι Πλάτων και Αριστοτέλης πίστευαν ότι όσοι αναγκάζονται να εργάζονται για να κερδίζουν τα προς το ζην δεν πρέπει να έχουν πολιτικά δικαιώματα διότι είναι κατώτερα όντα και οι δούλοι δεν έχουν ψυχή αλλά είναι απλώς ζωντανά εργαλεία. Για τους νεοφιλελεύθερους, ισχύει μέχρι σήμερα η θέση του βέλγου οικονομολόγου του 19ου αιώνα, που αυτοανακηρύχτηκε εκπρόσωπος της σχολής των «φιλελευθεριστών», του Molinari, ο οποίος έγραφε:
«Από οικονομική άποψη, οι εργαζόμενοι πρέπει να θεωρούνται σαν πραγματικές μηχανές, που προσφέρουν μια ορισμένη ποσότητα παραγωγικών δυνάμεων κι απαιτούν, σαν αντάλλαγμα, ορισμένα έξοδα συντήρησης, για να μπορούν να λειτουργούν με κανονικό και συνεχή ρυθμό».
Ολες οι οικονομικές πολιτικές παγκοσμίως, συγκλίνουν σε ένα ενιαίο οικονομικό μοντέλο. Σ’ αυτό των μονεταριστών. Ολα δείχνουν πως εδώ και χιλιάδες χρόνια η διαμάχη για καταμερισμό του πλούτου ανάμεσα στους έχοντες και κατέχοντες και στους δούλους, στους πληβείους και στους σύγχρονους νεόδουλους-μισθωτούς δεν έχει σταματήσει ποτέ. Κατά καιρούς και μόνο όταν οι δούλοι και πληβείου επαναστατούσαν, έβλεπαν κάποιες άσπρες μέρες.
Σε ομιλία του στο θωρηκτό Αβέρωφ, ο υιός Πατίστας είχε πει «η επιτυχία κερδίζεται δεν χαρίζεται από κανέναν». Αν το γνώριζαν αυτό και οι σύγχρονοι νεόδουλοι τα πράγματα σίγουρα θα ήταν καλύτερα για όλους μας. Δυστυχώς σήμερα οι νεόδουλοι επαναστατούν μόνο εναντίον άλλων ομάδων εργαζομένων που κέρδισαν περισσότερα με διεκδικήσεις ή ακόμη και εναντίον των ανέργων ναυτικών που απαιτούν από τους Πατίστες να σταματήσουν να απασχολούν ανασφάλιστους εργαζόμενους-σκλάβους των 350 ευρώ που κοστίζουν όσο οι ρωμαίοι δούλοι(τα απαραίτητα για την αναπλήρωση της ενέργειας ώστε να μπορούν να δουλέψουν και την επόμενη μέρα). Στο απλό ερώτημα προς τους νεοφιλελεύθερους κερδοσκόπους «κύριοι, όταν προτιμάτε να πληρώνει το δημόσιο εκατομμύρια ανέργους αρκεί να υπάρχει νομισματική σταθερότητα, πως θα παραχθεί νέος και περισσότερος πλούτος για να τον μοιράσουμε; Το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι να χρεοκοπήσει κάποτε το δημόσιο και εμείς», η απάντηση θα μπορούσε να ήταν «εμάς μας ενδιαφέρει πρωτίστως η τσέπη μας, εμείς δεν είμαστε κοινωνικές υπηρεσίες. Το ερώτημα να το απευθύνεται σ’ αυτούς που επιλέξατε να σας κυβερνήσουν». Αν απευθύνουμε το ερώτημα πάλι στους κυβερνώντες εκπροσώπους μας που χρεοκόπησαν το κράτος θα μας πουν «δυστυχώς ζούμε με δανεικά και όποιος πληρώνει παραγγέλνει και το χορό». Το έσχατο ερώτημα που θα μπορούσαμε να θέσουμε είναι, «μα εσείς δεν σώσατε τις τράπεζες και τους κερδοσκόπους με δημόσιο, δηλαδή δικό μας χρήμα» και η έσχατη απάντηση θα μπορούσε να είναι «μα αυτοί είναι τα πραγματικά αφεντικά μας. Εμείς θα αλλάξουμε την ιστορία»;
Αλέξανδρος Πιστοφίδης
Ετικέτες
Άρθρα-Απόψεις,
Ιστορία
Κυριακή 20 Ιουνίου 2010
Παιδεία χωρίς τους εκπαιδευτικούς;
Του ΝΙΚΟΥ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Η κατάσταση στην εκπαίδευση είναι καζάνι που βράζει. Κι αυτό γιατί, παρά τα όσα δεινά η χώρα αντιμετωπίζει εξαιτίας του δημοσιονομικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει και των αβάσταχτων απαιτήσεων της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, θα μπορούσε μέσα από εσωτερικά θεσμικά ζητήματα να ανατροφοδοτήσει την ελπίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας για ένα καλύτερο δημόσιο σχολείο. Για ακόμη μία φορά όμως αποδείχτηκε ότι ούτε ο κοινωνικός διάλογος για την παιδεία ευοδώθηκε ούτε ο κοινωνικός προσανατολισμός των ρυθμίσεων πρυτάνευσε. Και το χειρότερο: δεν συνάφθηκε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την εκπαιδευτική κοινότητα για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και να ωφεληθεί ο τόπος. Ο μετασχηματισμός της εκπαιδευτικής πραγματικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη «συλλογικού υποκειμένου». σαφές ότι μια προοδευτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απαιτεί τη σύγκρουση με κατεστημένες λογικές. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να διαμορφωθεί υπέρ της μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία που να την υποστηρίζει, καθώς και να σχηματιστεί ένα συλλογικό υποκείμενο που θα υλοποιήσει τη μετάβαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση η κοινωνία είναι παγωμένη από την αποδόμηση των κοινωνικών της κατακτήσεων, ενώ η εκπαιδευτική κοινότητα (το συλλογικό υποκείμενο, δηλαδή) παραμένει απούσα γιατί απλούστατα νιώθει παραγκωνισμένη και ταυτόχρονα πληγωμένη από τον τρόπο με το οποίο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προωθεί και μεθοδεύει της αλλαγές στην εκπαίδευση. Ενώ υπάρχουν σοβαρά προβλήματα τα οποία εκκρεμούν σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό φάσμα, για ακόμη μία φορά επικράτησε η έλλειψη ουσιαστικής συνεννόησης, με συνέπεια να διαπιστώνεται τεράστιο χάσμα ανάμεσα σ' αυτά που δρομολογεί το υπουργείο για λογαριασμό των εκπαιδευτικών και εκείνα που πραγματικά έχει ανάγκη η εκπαιδευτική κοινότητα.
Η πραγματικότητα των δεικτών και ο ευρωπαϊκός πήχυς
Σε αυτό που οι πάντες συμφωνούν είναι ότι η χώρα υπολείπεται σε σημαντικούς τομείς του εκπαιδευτικού της συστήματος, ενώ τα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν. Η ανεπαρκής σχολική στέγη, η υποτυπώδης προσχολική αγωγή, οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, οι χαμηλές επιδόσεις και τα αναλυτικά προγράμματα που περιμένουν αναζωογόνηση, ο «σκοτεινός αριθμός» της σχολικής διαρροής και η μη αντιμετώπισή της, ο λειτουργικός αναλφαβητισμός και η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση, η υποβάθμιση του περιεχομένου και της προοπτικής των σπουδών και των πτυχίων, η υπο-χρηματοδότηση της έρευνας, των υποδομών και της καινοτομίας εξακολουθούν να παραμένουν προβλήματα που περιμένουν λύσεις και συγκεκριμένες πολιτικές αντιμετώπισης.
Αν ρίξουμε μια ματιά στα στοιχεία αναφοράς της Eurostat και του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα (2009), διαπιστώνουμε ότι οι δείκτες μας άλλοτε «αντέχουν», άλλοτε παρουσιάζουν μια ισχνή βελτίωση κι άλλοτε αποδεικνύουν ότι ζούμε στη χώρα των μεγάλων αντιφάσεων. Την ίδια στιγμή που εμφανίζουμε χαμηλές επιδόσεις σε Γλώσσα, Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες, παρουσιάζουμε υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρ' όλο που είμαστε κάτω από το κοινοτικό όριο της χρηματοδότησης σε επενδύσεις για την παιδεία, η συμμετοχή μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παρουσιάζει υψηλά ποσοστά, ενώ η σχολική διαρροή κινείται σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα των αναπτυγμένων χωρών.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι τα αντιφατικά αυτά χαρακτηριστικά αποδεικνύουν πως κινούμαστε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και δείχνουν ότι παραμένουμε «λαθρεπιβάτες» στο τρένο της ευρωπαϊκής προοπτικής εδώ και δεκαετίες.
Ο παράγοντας «ανθρώπινο κεφάλαιο» στην εκπαίδευση
Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι στατιστικές και οι αριθμοί αποτελούν μερικές μόνο ενδείξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απεικονίσουν ποιότητες οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια τέτοια κορυφαία παράμετρο αποτελεί και ο ρόλος των εκπαιδευτικών, ο οποίος συνιστά το πιο καίριο βήμα στην κατεύθυνση βελτίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.
Ο παράγοντας ανθρώπινο κεφάλαιο αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους βασικούς συντελεστές κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος, αρκεί να αντιμετωπίζεται με ανθρωποκεντρικό και όχι με μηχανιστικό και απρόσωπο τρόπο. Με άλλα λόγια, η αυτο-βελτίωση των εκπαιδευτικών, η ανατροφοδότηση του έργου τους, η παιδαγωγική και επιστημονική τους ενίσχυση θα πρέπει να βασίζονται στις πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες τους και όχι στην επιβολή μέτρων τεχνοκρατικού, γραφειοκρατικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα. Ουδέποτε μέχρι σήμερα επιχειρήθηκε σοβαρή διάγνωση των αναγκών των εκπαιδευτικών μέσα στους χώρους δουλειάς τους, των προβλημάτων και των αδιεξόδων που καθημερινά αντιμετωπίζουν, των ελάχιστων μέσων που έχουν στη διάθεσή τους για την υλοποίηση του έργου τους.
Η ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στα σχολεία οφείλει να απαντά στις γνήσιες ανάγκες των εκπαιδευτικών. Απαιτεί την αρχική και συνεχή επιμόρφωσή τους, μακρόπνοες επενδύσεις σε παιδαγωγικές καινοτομίες, τη διάθεση των μέσων αλλά και της αυτονομίας να λειτουργήσουν ρηξικέλευθα. Προϋποθέτει αίσθημα εμπιστοσύνης, ασφαλές εργασιακό κλίμα και -το πιο σημαντικό- μισθολογικές απολαβές που να δικαιώνουν, να καταξιώνουν και να κινητροδοτούν την προσπάθειά τους διασφαλίζοντας το αυτονόητο μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης από την άσκηση του επαγγέλματός τους. Εκτός όμως από την ανεπαρκή προσφορά όλων αυτών στους Ελληνες εκπαιδευτικούς, μια ματιά στις απολαβές τους (πολύ πριν από τις πρόσφατες μειώσεις σε όλο τον δημόσιο τομέα) αποδεικνύει ότι παραμένουν οι πένητες όχι μόνο της ευρωζώνης, αλλά και των χωρών του ΟΟΣΑ σε σχέση με τους συναδέλφους τους.
Η εκπαιδευτική κοινότητα στη δίνη των εξελίξεων
Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό το ότι η συστηματική, αργόσυρτη και δομική υποβάθμιση του δημόσιου εκπαιδευτικού χώρου απ' όλες τις κυβερνήσεις αποδίδεται μονομερώς στους εκπαιδευτικούς, αποτελώντας ουσιαστικά την «πολιτική πλατφόρμα» για την οικονομική, ηθική, ακόμα και ψυχολογική καταρράκωση ενός ολόκληρου κλάδου, η οποία τον συμπαρασύρει σε μια δίνη από την οποία δύσκολα θα βγει.
Ας δούμε τα πράγματα όμως στην αληθινή τους διάσταση: πράγματι εδώ και αρκετά χρόνια διαμορφώθηκε σταδιακά ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων για σειρά θεμάτων όπως οι προσλήψεις ωρομισθίων, οι αποσπάσεις, η μοριοδότηση κ.λπ., το οποίο ταυτόχρονα έγινε ανεκτό από μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αυτό όμως, παρά το ότι δημιούργησε φαινόμενα αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας και καταστάσεις ανορθολογισμού ως προς την κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί τα σημερινά μέτρα τα οποία είναι καταφανώς άδικα, αντικοινωνικά και προϊόν πολιτικής αναλγησίας απέναντι σε χιλιάδες αναπληρωτές και ωρομίσθιους.
Οι άνθρωποι αυτοί σε νησιά, επαρχίες και βουνά υπηρέτησαν με σθένος ψυχής τη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο δεν δικαιολογείται ο πολιτικός κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σύνολο των εκπαιδευτικών μέσα από τη μισθολογική, επαγγελματική και ψυχολογική τους εξουθένωση, αφού μεθοδευμένα καλλιεργείται η άποψη ότι για όλα τα δεινά του δημόσιου σχολείου φταίνε οι εκπαιδευτικοί. Και όλοι βέβαια θα συμφωνούν ότι σε επιμέρους και μεμονωμένα ζητήματα οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και τις κλειστές ομάδες που εκπροσωπούν τα οργανωμένα συμφέροντα των εκπαιδευτικών, οι οποίες εδώ και δεκαετίες επέδειξαν ανοχή σε φαινόμενα ευνοιοκρατίας, ανορθολογισμού, «θεσμικής βραδύτητας» και συνδιαχείρισης της κρίσης.
Για παράδειγμα, το ζήτημα της αποτίμησης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, ενώ θα έπρεπε να ήταν πρωταρχικό αίτημα της ίδιας της εκπαιδευτικής κοινότητας και βασική εσωτερική της αξίωση, ουδέποτε τέθηκε ανοιχτά και σοβαρά, έστω και για διαβούλευση, στο εσωτερικό της. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στο πλαίσιο των συλλόγων διδασκόντων η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα να προτάξει τη δική της κουλτούρα ελέγχου της ποιότητας της δουλειάς της, να διαμορφώσει όρους αυτο-βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του έργου της, να προωθήσει τις καλές πρακτικές και να απορρίψει ό,τι δεν ανταποκρίνεται στα οράματα, τις αξίες και τους συλλογικούς στόχους που η ίδια θέτει. Με τον τρόπο αυτό δεν θα υπήρχε κανένα περιθώριο ούτε για αμφισβήτηση και δυσπιστία από την πλευρά της κοινωνίας ούτε για «νομιμοποίηση» οποιασδήποτε παρέμβασης από πλευράς πολιτικής εξουσίας σε ζητήματα που αφορούν την αξία του εκπαιδευτικού έργου και την εσωτερική λειτουργία της σχολικής μονάδας.
Προβληματισμοί και ερωτήματα
Το πολυνομοσχέδιο, παρά τη φιλόδοξη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει μια σειρά ανορθόδοξων μεθοδεύσεων και στρεβλώσεων (όπως διατείνεται άλλωστε η αιτιολογική έκθεση που το συνόδευε στο Κοινοβούλιο), δημιουργεί σοβαρές πιθανότητες να πετύχει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πολιτικά διακηρύσσει. Πρώτα απ' όλα, η εκπαιδευτική κοινότητα στέκεται αρνητική απέναντί του, γεγονός που δυσχεραίνει τη «βιωσιμότητά» του.
Οσοι προβληματίζονται με υπευθυνότητα και ρεαλισμό:
α) αγωνιούν για τη δεινή θέση στην οποία τον Σεπτέμβριο θα βρεθεί το δημόσιο σχολείο, αφού κανείς δεν θα γνωρίζει με ακρίβεια τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό τόσο λόγω του κύματος προς τη συνταξιοδότηση όσο και λόγω των δραστικών περικοπών στις προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων,
β) προβλέπουν την υπερ-διόγκωση της παραοικονομίας και των φαινομένων αισχροκέρδειας που συνοδεύουν τη βιομηχανία του ΑΣΕΠ,
γ) εκφράζουν την ανησυχία τους για την ανετοιμότητα των ΑΕΙ να παρέχουν το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας (δωρεάν άραγε ή κι αυτό θα εισαχθεί στο βασίλειο της ελεύθερης αγοράς;),
δ) αναρωτιούνται για το τι ακριβώς θα περιλαμβάνει ο ομιχλώδης νέος θεσμός του μέντορα. Σημειωτέον ότι ακόμα δεν έχουν αποσαφηνιστεί μια σειρά ειδικών χαρακτηριστικών του θεσμού αυτού όπως ο ακριβής ρόλος του, τα προσόντα του, ο τρόπος επιλογής του, η συμμετοχή του ή μη στην αξιολόγηση των νεοδιοριζόμενων κ.λπ.
Ιδιωτικά σχολεία: «πιλότος» νεοφιλελευθερισμού
Σε προέκταση του παραπάνω προβληματισμού παραθέτουμε ένα ακόμα παράδειγμα από έναν άλλο χώρο, διαφορετικό από εκείνον της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίο όμως -βάσει του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος- υποχρεούται η πολιτεία να ελέγχει και να επιτηρεί. Μια πρόσφατη άλλωστε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρ. 622/2010) αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει, αφού αναγνωρίζει ότι η εργασιακή ασφάλεια των εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας καθώς ενισχύει την ποιότητα του έργου τους και τη νομιμότητα, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως ανάχωμα στις πιέσεις οικονομικών ή πελατειακών συμφερόντων. Παρ' όλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δείχνει τον σαφώς νεοφιλελεύθερο και ενδοτικό προς τους σχολάρχες προσανατολισμό του πολυνομοσχεδίου.
Ειδικότερα:
1 Την ίδια στιγμή που το πολυνομοσχέδιο ενδιαφέρεται για τη διαμόρφωση ενιαίας επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτικού θεωρώντας το ΑΣΕΠ ως μοναδικό και ακλόνητο κριτήριο διορισμού στο ελληνικό σχολείο, στην ιδιωτική εκπαίδευση, προκειμένου να δώσει περιθώρια «ελευθερίας επιλογής» στο διευθυντικό δικαίωμα, το αναιρεί. Για τα σχολεία των λίγων δεν ισχύουν άραγε οι «κανόνες ποιότητας» που θέτει η πολιτεία για το 93% των δημόσιων σχολείων της χώρας; Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελε το υπουργείο να δώσει ελευθερία επιλογής στους σχολάρχες, δεν θα μπορούσε να τους τη δώσει από τη δεξαμενή των χιλιάδων επιτυχόντων του ΑΣΕΠ;
2 Ενώ υπήρχε καθεστώς αιτιολογημένων απολύσεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, έπειτα από σχεδόν 30 ολόκληρα χρόνια επιτρέπονται οι αναιτιολόγητες απολύσεις, ενισχύοντας απροκάλυπτα την αυθαιρεσία του διευθυντικού δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό το εκπαιδευτικό λειτούργημα υποβιβάζεται σε υπαλληλικού τύπου σχέση όπου έννοιες όπως παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια, ελευθερία της έκφρασης, αυτονομία του εκπαιδευτικού κ.ά. κλειδώνονται οριστικά στο χρονοντούλαπο της εκπαιδευτικής ιστορίας. Αραγε με ποιον τρόπο ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λειτουργοί που υπογράφουν και εκδίδουν δημόσια έγγραφα και πιστοποιητικά (απολυτήρια, βαθμολογίες κ.λπ.), τα οποία οδηγούν ακόμα και σε διορισμό στο Δημόσιο, θα καταφέρουν να εργαστούν χωρίς πιέσεις σε ένα σχολείο, όταν η αναιτιολόγητη απόλυση θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους; Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι με τον τρόπο που δρομολογούνται οι εξελίξεις θα καταλήξουμε σ' ένα φτωχό, μίζερο και αποπνικτικό δημόσιο σχολείο και ένα εργασιακά ασύδοτο και αμφίβολης νομιμότητας ιδιωτικό στο οποίο θα καταφεύγει ο καθένας ανάλογα με το βαλάντιό του και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του. Η πρόσφατη άλλωστε κρίση στο International Baccalaureate (με τη διαρροή και την εξαγορά θεμάτων των εξετάσεων) αποδεικνύει την ηθική γύμνια της εποχής αλλά και του λόγου το αληθές. Ποια είναι η βέβαιη συνέχεια; Οι αποδέκτες των άνομων αυτών δοσοληψιών στα κάθε είδους εκπαιδευτήρια (με την αμέριστη ηθική και οικονομική συμπαράσταση των γονιών τους) θα «διαπρέπουν» στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ αύριο θα κληθούν με «σπουδαία βιογραφικά» να στελεχώσουν τις επιχειρηματικές και πολιτικές elites του τόπου.
Η κοινωνία θέλει τους εκπαιδευτικούς εκεί που τους αξίζει
Ολα δείχνουν ότι η κοινωνία νιώθει αποπνικτική την ατμόσφαιρα που την περιβάλλει σε ολόκληρο το φάσμα των θεσμών, των αξιών και των συμβόλων. Τα ιδεολογικά αποθέματα της μεταπολίτευσης έχουν οριστικά εξαντληθεί και οι νέοι άνθρωποι ζητούν απεγνωσμένα καθαρό αέρα να αναπνεύσουν. Είναι σαφές ότι πέρα από τα όσα είναι υποχρεωμένη να παρέχει η πολιτεία στους εκπαιδευτικούς της, απαιτείται η αυτενέργεια, η ατομική ευθύνη αλλά και η συλλογική συναίσθηση των ίδιων.
Η κοινωνία όμως θέλει τους εκπαιδευτικούς της εκεί που τους αξίζει. Τους θέλει ψηλά. Ούτε ως αντίγραφα μιας απρόσωπης (εκπαιδευτικής) πολιτικής ούτε ως συστατικά μιας σκυθρωπής τεχνοκρατικής υπαλληλίας που τους αφαιρεί το ρόλο και το λόγο του λειτουργού της εκπαίδευσης. Πολύ περισσότερο δεν τους επιθυμεί πειθήνιους, πένητες και εξαθλιωμένους μεταβιβαστές μιας στείρας γνώσης που οδηγεί τη νέα γενιά στο αδιέξοδο. Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τους χρειάζεται ως σύμβολα κύρους και γνώσης, ως φωτοδότες και παιδαγωγούς που θα βοηθήσουν κι αυτοί με το έργο τους να αλλάξει σελίδα το, βυθισμένο σε κρίση, πολιτισμικό στερέωμα του τόπου. Εν κατακλείδι, η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναστοχαστεί πάνω στην αρχή ότι η «επανάσταση του αυτονόητου» στην εκπαίδευση αρχίζει με την ουσιαστική και πολύπλευρη στήριξη και αναγνώριση των δασκάλων των παιδιών μας.
* Δρ Κοινωνιολογίας, ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής
Η κατάσταση στην εκπαίδευση είναι καζάνι που βράζει. Κι αυτό γιατί, παρά τα όσα δεινά η χώρα αντιμετωπίζει εξαιτίας του δημοσιονομικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει και των αβάσταχτων απαιτήσεων της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, θα μπορούσε μέσα από εσωτερικά θεσμικά ζητήματα να ανατροφοδοτήσει την ελπίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας για ένα καλύτερο δημόσιο σχολείο. Για ακόμη μία φορά όμως αποδείχτηκε ότι ούτε ο κοινωνικός διάλογος για την παιδεία ευοδώθηκε ούτε ο κοινωνικός προσανατολισμός των ρυθμίσεων πρυτάνευσε. Και το χειρότερο: δεν συνάφθηκε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την εκπαιδευτική κοινότητα για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και να ωφεληθεί ο τόπος. Ο μετασχηματισμός της εκπαιδευτικής πραγματικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη «συλλογικού υποκειμένου». σαφές ότι μια προοδευτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απαιτεί τη σύγκρουση με κατεστημένες λογικές. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να διαμορφωθεί υπέρ της μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία που να την υποστηρίζει, καθώς και να σχηματιστεί ένα συλλογικό υποκείμενο που θα υλοποιήσει τη μετάβαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση η κοινωνία είναι παγωμένη από την αποδόμηση των κοινωνικών της κατακτήσεων, ενώ η εκπαιδευτική κοινότητα (το συλλογικό υποκείμενο, δηλαδή) παραμένει απούσα γιατί απλούστατα νιώθει παραγκωνισμένη και ταυτόχρονα πληγωμένη από τον τρόπο με το οποίο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προωθεί και μεθοδεύει της αλλαγές στην εκπαίδευση. Ενώ υπάρχουν σοβαρά προβλήματα τα οποία εκκρεμούν σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό φάσμα, για ακόμη μία φορά επικράτησε η έλλειψη ουσιαστικής συνεννόησης, με συνέπεια να διαπιστώνεται τεράστιο χάσμα ανάμεσα σ' αυτά που δρομολογεί το υπουργείο για λογαριασμό των εκπαιδευτικών και εκείνα που πραγματικά έχει ανάγκη η εκπαιδευτική κοινότητα.
Η πραγματικότητα των δεικτών και ο ευρωπαϊκός πήχυς
Σε αυτό που οι πάντες συμφωνούν είναι ότι η χώρα υπολείπεται σε σημαντικούς τομείς του εκπαιδευτικού της συστήματος, ενώ τα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν. Η ανεπαρκής σχολική στέγη, η υποτυπώδης προσχολική αγωγή, οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, οι χαμηλές επιδόσεις και τα αναλυτικά προγράμματα που περιμένουν αναζωογόνηση, ο «σκοτεινός αριθμός» της σχολικής διαρροής και η μη αντιμετώπισή της, ο λειτουργικός αναλφαβητισμός και η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση, η υποβάθμιση του περιεχομένου και της προοπτικής των σπουδών και των πτυχίων, η υπο-χρηματοδότηση της έρευνας, των υποδομών και της καινοτομίας εξακολουθούν να παραμένουν προβλήματα που περιμένουν λύσεις και συγκεκριμένες πολιτικές αντιμετώπισης.
Αν ρίξουμε μια ματιά στα στοιχεία αναφοράς της Eurostat και του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα (2009), διαπιστώνουμε ότι οι δείκτες μας άλλοτε «αντέχουν», άλλοτε παρουσιάζουν μια ισχνή βελτίωση κι άλλοτε αποδεικνύουν ότι ζούμε στη χώρα των μεγάλων αντιφάσεων. Την ίδια στιγμή που εμφανίζουμε χαμηλές επιδόσεις σε Γλώσσα, Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες, παρουσιάζουμε υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρ' όλο που είμαστε κάτω από το κοινοτικό όριο της χρηματοδότησης σε επενδύσεις για την παιδεία, η συμμετοχή μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παρουσιάζει υψηλά ποσοστά, ενώ η σχολική διαρροή κινείται σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα των αναπτυγμένων χωρών.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι τα αντιφατικά αυτά χαρακτηριστικά αποδεικνύουν πως κινούμαστε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και δείχνουν ότι παραμένουμε «λαθρεπιβάτες» στο τρένο της ευρωπαϊκής προοπτικής εδώ και δεκαετίες.
Ο παράγοντας «ανθρώπινο κεφάλαιο» στην εκπαίδευση
Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι στατιστικές και οι αριθμοί αποτελούν μερικές μόνο ενδείξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απεικονίσουν ποιότητες οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια τέτοια κορυφαία παράμετρο αποτελεί και ο ρόλος των εκπαιδευτικών, ο οποίος συνιστά το πιο καίριο βήμα στην κατεύθυνση βελτίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.
Ο παράγοντας ανθρώπινο κεφάλαιο αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους βασικούς συντελεστές κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος, αρκεί να αντιμετωπίζεται με ανθρωποκεντρικό και όχι με μηχανιστικό και απρόσωπο τρόπο. Με άλλα λόγια, η αυτο-βελτίωση των εκπαιδευτικών, η ανατροφοδότηση του έργου τους, η παιδαγωγική και επιστημονική τους ενίσχυση θα πρέπει να βασίζονται στις πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες τους και όχι στην επιβολή μέτρων τεχνοκρατικού, γραφειοκρατικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα. Ουδέποτε μέχρι σήμερα επιχειρήθηκε σοβαρή διάγνωση των αναγκών των εκπαιδευτικών μέσα στους χώρους δουλειάς τους, των προβλημάτων και των αδιεξόδων που καθημερινά αντιμετωπίζουν, των ελάχιστων μέσων που έχουν στη διάθεσή τους για την υλοποίηση του έργου τους.
Η ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στα σχολεία οφείλει να απαντά στις γνήσιες ανάγκες των εκπαιδευτικών. Απαιτεί την αρχική και συνεχή επιμόρφωσή τους, μακρόπνοες επενδύσεις σε παιδαγωγικές καινοτομίες, τη διάθεση των μέσων αλλά και της αυτονομίας να λειτουργήσουν ρηξικέλευθα. Προϋποθέτει αίσθημα εμπιστοσύνης, ασφαλές εργασιακό κλίμα και -το πιο σημαντικό- μισθολογικές απολαβές που να δικαιώνουν, να καταξιώνουν και να κινητροδοτούν την προσπάθειά τους διασφαλίζοντας το αυτονόητο μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης από την άσκηση του επαγγέλματός τους. Εκτός όμως από την ανεπαρκή προσφορά όλων αυτών στους Ελληνες εκπαιδευτικούς, μια ματιά στις απολαβές τους (πολύ πριν από τις πρόσφατες μειώσεις σε όλο τον δημόσιο τομέα) αποδεικνύει ότι παραμένουν οι πένητες όχι μόνο της ευρωζώνης, αλλά και των χωρών του ΟΟΣΑ σε σχέση με τους συναδέλφους τους.
Η εκπαιδευτική κοινότητα στη δίνη των εξελίξεων
Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό το ότι η συστηματική, αργόσυρτη και δομική υποβάθμιση του δημόσιου εκπαιδευτικού χώρου απ' όλες τις κυβερνήσεις αποδίδεται μονομερώς στους εκπαιδευτικούς, αποτελώντας ουσιαστικά την «πολιτική πλατφόρμα» για την οικονομική, ηθική, ακόμα και ψυχολογική καταρράκωση ενός ολόκληρου κλάδου, η οποία τον συμπαρασύρει σε μια δίνη από την οποία δύσκολα θα βγει.
Ας δούμε τα πράγματα όμως στην αληθινή τους διάσταση: πράγματι εδώ και αρκετά χρόνια διαμορφώθηκε σταδιακά ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων για σειρά θεμάτων όπως οι προσλήψεις ωρομισθίων, οι αποσπάσεις, η μοριοδότηση κ.λπ., το οποίο ταυτόχρονα έγινε ανεκτό από μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αυτό όμως, παρά το ότι δημιούργησε φαινόμενα αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας και καταστάσεις ανορθολογισμού ως προς την κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί τα σημερινά μέτρα τα οποία είναι καταφανώς άδικα, αντικοινωνικά και προϊόν πολιτικής αναλγησίας απέναντι σε χιλιάδες αναπληρωτές και ωρομίσθιους.
Οι άνθρωποι αυτοί σε νησιά, επαρχίες και βουνά υπηρέτησαν με σθένος ψυχής τη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο δεν δικαιολογείται ο πολιτικός κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σύνολο των εκπαιδευτικών μέσα από τη μισθολογική, επαγγελματική και ψυχολογική τους εξουθένωση, αφού μεθοδευμένα καλλιεργείται η άποψη ότι για όλα τα δεινά του δημόσιου σχολείου φταίνε οι εκπαιδευτικοί. Και όλοι βέβαια θα συμφωνούν ότι σε επιμέρους και μεμονωμένα ζητήματα οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και τις κλειστές ομάδες που εκπροσωπούν τα οργανωμένα συμφέροντα των εκπαιδευτικών, οι οποίες εδώ και δεκαετίες επέδειξαν ανοχή σε φαινόμενα ευνοιοκρατίας, ανορθολογισμού, «θεσμικής βραδύτητας» και συνδιαχείρισης της κρίσης.
Για παράδειγμα, το ζήτημα της αποτίμησης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, ενώ θα έπρεπε να ήταν πρωταρχικό αίτημα της ίδιας της εκπαιδευτικής κοινότητας και βασική εσωτερική της αξίωση, ουδέποτε τέθηκε ανοιχτά και σοβαρά, έστω και για διαβούλευση, στο εσωτερικό της. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στο πλαίσιο των συλλόγων διδασκόντων η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα να προτάξει τη δική της κουλτούρα ελέγχου της ποιότητας της δουλειάς της, να διαμορφώσει όρους αυτο-βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του έργου της, να προωθήσει τις καλές πρακτικές και να απορρίψει ό,τι δεν ανταποκρίνεται στα οράματα, τις αξίες και τους συλλογικούς στόχους που η ίδια θέτει. Με τον τρόπο αυτό δεν θα υπήρχε κανένα περιθώριο ούτε για αμφισβήτηση και δυσπιστία από την πλευρά της κοινωνίας ούτε για «νομιμοποίηση» οποιασδήποτε παρέμβασης από πλευράς πολιτικής εξουσίας σε ζητήματα που αφορούν την αξία του εκπαιδευτικού έργου και την εσωτερική λειτουργία της σχολικής μονάδας.
Προβληματισμοί και ερωτήματα
Το πολυνομοσχέδιο, παρά τη φιλόδοξη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει μια σειρά ανορθόδοξων μεθοδεύσεων και στρεβλώσεων (όπως διατείνεται άλλωστε η αιτιολογική έκθεση που το συνόδευε στο Κοινοβούλιο), δημιουργεί σοβαρές πιθανότητες να πετύχει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πολιτικά διακηρύσσει. Πρώτα απ' όλα, η εκπαιδευτική κοινότητα στέκεται αρνητική απέναντί του, γεγονός που δυσχεραίνει τη «βιωσιμότητά» του.
Οσοι προβληματίζονται με υπευθυνότητα και ρεαλισμό:
α) αγωνιούν για τη δεινή θέση στην οποία τον Σεπτέμβριο θα βρεθεί το δημόσιο σχολείο, αφού κανείς δεν θα γνωρίζει με ακρίβεια τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό τόσο λόγω του κύματος προς τη συνταξιοδότηση όσο και λόγω των δραστικών περικοπών στις προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων,
β) προβλέπουν την υπερ-διόγκωση της παραοικονομίας και των φαινομένων αισχροκέρδειας που συνοδεύουν τη βιομηχανία του ΑΣΕΠ,
γ) εκφράζουν την ανησυχία τους για την ανετοιμότητα των ΑΕΙ να παρέχουν το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας (δωρεάν άραγε ή κι αυτό θα εισαχθεί στο βασίλειο της ελεύθερης αγοράς;),
δ) αναρωτιούνται για το τι ακριβώς θα περιλαμβάνει ο ομιχλώδης νέος θεσμός του μέντορα. Σημειωτέον ότι ακόμα δεν έχουν αποσαφηνιστεί μια σειρά ειδικών χαρακτηριστικών του θεσμού αυτού όπως ο ακριβής ρόλος του, τα προσόντα του, ο τρόπος επιλογής του, η συμμετοχή του ή μη στην αξιολόγηση των νεοδιοριζόμενων κ.λπ.
Ιδιωτικά σχολεία: «πιλότος» νεοφιλελευθερισμού
Σε προέκταση του παραπάνω προβληματισμού παραθέτουμε ένα ακόμα παράδειγμα από έναν άλλο χώρο, διαφορετικό από εκείνον της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίο όμως -βάσει του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος- υποχρεούται η πολιτεία να ελέγχει και να επιτηρεί. Μια πρόσφατη άλλωστε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρ. 622/2010) αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει, αφού αναγνωρίζει ότι η εργασιακή ασφάλεια των εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας καθώς ενισχύει την ποιότητα του έργου τους και τη νομιμότητα, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως ανάχωμα στις πιέσεις οικονομικών ή πελατειακών συμφερόντων. Παρ' όλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δείχνει τον σαφώς νεοφιλελεύθερο και ενδοτικό προς τους σχολάρχες προσανατολισμό του πολυνομοσχεδίου.
Ειδικότερα:
1 Την ίδια στιγμή που το πολυνομοσχέδιο ενδιαφέρεται για τη διαμόρφωση ενιαίας επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτικού θεωρώντας το ΑΣΕΠ ως μοναδικό και ακλόνητο κριτήριο διορισμού στο ελληνικό σχολείο, στην ιδιωτική εκπαίδευση, προκειμένου να δώσει περιθώρια «ελευθερίας επιλογής» στο διευθυντικό δικαίωμα, το αναιρεί. Για τα σχολεία των λίγων δεν ισχύουν άραγε οι «κανόνες ποιότητας» που θέτει η πολιτεία για το 93% των δημόσιων σχολείων της χώρας; Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελε το υπουργείο να δώσει ελευθερία επιλογής στους σχολάρχες, δεν θα μπορούσε να τους τη δώσει από τη δεξαμενή των χιλιάδων επιτυχόντων του ΑΣΕΠ;
2 Ενώ υπήρχε καθεστώς αιτιολογημένων απολύσεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, έπειτα από σχεδόν 30 ολόκληρα χρόνια επιτρέπονται οι αναιτιολόγητες απολύσεις, ενισχύοντας απροκάλυπτα την αυθαιρεσία του διευθυντικού δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό το εκπαιδευτικό λειτούργημα υποβιβάζεται σε υπαλληλικού τύπου σχέση όπου έννοιες όπως παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια, ελευθερία της έκφρασης, αυτονομία του εκπαιδευτικού κ.ά. κλειδώνονται οριστικά στο χρονοντούλαπο της εκπαιδευτικής ιστορίας. Αραγε με ποιον τρόπο ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λειτουργοί που υπογράφουν και εκδίδουν δημόσια έγγραφα και πιστοποιητικά (απολυτήρια, βαθμολογίες κ.λπ.), τα οποία οδηγούν ακόμα και σε διορισμό στο Δημόσιο, θα καταφέρουν να εργαστούν χωρίς πιέσεις σε ένα σχολείο, όταν η αναιτιολόγητη απόλυση θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους; Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι με τον τρόπο που δρομολογούνται οι εξελίξεις θα καταλήξουμε σ' ένα φτωχό, μίζερο και αποπνικτικό δημόσιο σχολείο και ένα εργασιακά ασύδοτο και αμφίβολης νομιμότητας ιδιωτικό στο οποίο θα καταφεύγει ο καθένας ανάλογα με το βαλάντιό του και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του. Η πρόσφατη άλλωστε κρίση στο International Baccalaureate (με τη διαρροή και την εξαγορά θεμάτων των εξετάσεων) αποδεικνύει την ηθική γύμνια της εποχής αλλά και του λόγου το αληθές. Ποια είναι η βέβαιη συνέχεια; Οι αποδέκτες των άνομων αυτών δοσοληψιών στα κάθε είδους εκπαιδευτήρια (με την αμέριστη ηθική και οικονομική συμπαράσταση των γονιών τους) θα «διαπρέπουν» στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ αύριο θα κληθούν με «σπουδαία βιογραφικά» να στελεχώσουν τις επιχειρηματικές και πολιτικές elites του τόπου.
Η κοινωνία θέλει τους εκπαιδευτικούς εκεί που τους αξίζει
Ολα δείχνουν ότι η κοινωνία νιώθει αποπνικτική την ατμόσφαιρα που την περιβάλλει σε ολόκληρο το φάσμα των θεσμών, των αξιών και των συμβόλων. Τα ιδεολογικά αποθέματα της μεταπολίτευσης έχουν οριστικά εξαντληθεί και οι νέοι άνθρωποι ζητούν απεγνωσμένα καθαρό αέρα να αναπνεύσουν. Είναι σαφές ότι πέρα από τα όσα είναι υποχρεωμένη να παρέχει η πολιτεία στους εκπαιδευτικούς της, απαιτείται η αυτενέργεια, η ατομική ευθύνη αλλά και η συλλογική συναίσθηση των ίδιων.
Η κοινωνία όμως θέλει τους εκπαιδευτικούς της εκεί που τους αξίζει. Τους θέλει ψηλά. Ούτε ως αντίγραφα μιας απρόσωπης (εκπαιδευτικής) πολιτικής ούτε ως συστατικά μιας σκυθρωπής τεχνοκρατικής υπαλληλίας που τους αφαιρεί το ρόλο και το λόγο του λειτουργού της εκπαίδευσης. Πολύ περισσότερο δεν τους επιθυμεί πειθήνιους, πένητες και εξαθλιωμένους μεταβιβαστές μιας στείρας γνώσης που οδηγεί τη νέα γενιά στο αδιέξοδο. Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τους χρειάζεται ως σύμβολα κύρους και γνώσης, ως φωτοδότες και παιδαγωγούς που θα βοηθήσουν κι αυτοί με το έργο τους να αλλάξει σελίδα το, βυθισμένο σε κρίση, πολιτισμικό στερέωμα του τόπου. Εν κατακλείδι, η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναστοχαστεί πάνω στην αρχή ότι η «επανάσταση του αυτονόητου» στην εκπαίδευση αρχίζει με την ουσιαστική και πολύπλευρη στήριξη και αναγνώριση των δασκάλων των παιδιών μας.
* Δρ Κοινωνιολογίας, ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής
Ετικέτες
Άρθρα-Απόψεις,
εκπαίδευση
Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010
Εν μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.
Εν μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.
Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελάχιστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στο νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Εχουνε και μια κλίσι στις θυσίες
παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι' από την άλληνα την συναφή
κι' από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
Κι' όσο στον έλεγχο σας προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι' όταν με το καλό τελειώσουνε την εργασία,
κι' ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.
Ισως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα. Είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Εχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς η Αποικία.
Ομως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να τραβούμε εμπρός.
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
Τραγικά επίκαιρο
Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελάχιστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στο νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Εχουνε και μια κλίσι στις θυσίες
παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι' από την άλληνα την συναφή
κι' από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
Κι' όσο στον έλεγχο σας προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι' όταν με το καλό τελειώσουνε την εργασία,
κι' ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.
Ισως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα. Είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Εχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς η Αποικία.
Ομως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να τραβούμε εμπρός.
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
Τραγικά επίκαιρο
Ετικέτες
Λογοτεχνία
Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
Πανελλαδικές: 150.000 γραπτά αδιόρθωτα. Αγριο ψαλίδι στις αμοιβές των βαθμολογητών
ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ , Χρήστου Κάτσικα , xkatsikas@xkatsikas.gr
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
Στον αέρα κινδυνεύει να τιναχτεί η διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων καθώς το ένα μετά το άλλο τα βαθμολογικά κέντρα της χώρας σταματούν κάθε διαδικασία διόρθωσης, βαθμολόγησης και ταξινόμησης των γραπτών μετά την αιφνιδιαστική μείωση της αμοιβής (αποζημίωση) των εκπαιδευτικών που εμπλέκονται σε αυτές.
Υπολογίζεται ότι παραμένουν αδιόρθωτα περίπου 150.000 γραπτά (κυρίως στα μαθήματα Νεοελληνική Γλώσσα, Αρχαία Ελληνικά, Ιστορία κ.λπ.), ενώ δεν έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν καταχωριστεί οι βαθμολογίες περίπου του 50% των διορθωμένων γραπτών!
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το αρχικό πλάνο του υπουργείου Παιδείας προβλεπόταν ολοκλήρωση της βαθμολόγησης των περίπου 600.000 γραπτών έως τα μέσα αυτής της εβδομάδας ώστε την επομένη να γίνουν οι ταξινομήσεις και οι έλεγχοι από τα μέλη των βαθμολογικών κέντρων και αμέσως μετά από τις λυκειακές Επιτροπές των σχολείων των υποψηφίων όλης της χώρας. Ωστόσο στα περισσότερα βαθμολογικά κέντρα δεν έχει ολοκληρωθεί η βαθμολόγηση των γραπτών καθώς χιλιάδες βαθμολογητές και τα μέλη των Επιτροπών απέχουν από κάθε διαδικασία.
Οι καθυστερήσεις στη διόρθωση των γραπτών άρχισαν όταν η ΟΛΜΕ αποφάσισε να καλέσει τους βαθμολογητές να απέχουν από τα βαθμολογικά κέντρα την Παρασκευή 28 Μαΐου, καθώς πρώτη φορά το υπουργείο Παιδείας καθυστερούσε να ανακοινώσει την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) για τις αμοιβές των εμπλεκομένων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Η συνάντηση
Κατά τη συνάντηση της ΟΛΜΕ με τον υφυπουργό κ. Πανάρετο δόθηκε η διαβεβαίωση από τον τελευταίο ότι υπέγραψε την ΚΥΑ και την απέστειλε για υπογραφή στον υπουργό Οικονομικών. Μάλιστα, γνωστοποίησε το ύψος των αμοιβών των εκπαιδευτικών. Ετσι το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ ανέστειλε την αποχή από τα βαθμολογικά κέντρα, παρά το γεγονός ότι η διαδικασία υπογραφής της ΚΥΑ δεν είχε ολοκληρωθεί.
Ωστόσο καθώς η ΚΥΑ δεν είχε ανακοινωθεί έως τις 8 Ιουνίου, η ΟΛΜΕ με νέα ανακοίνωσή της κάλεσε τους βαθμολογητές και τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στα βαθμολογικά κέντρα της χώρας να απέχουν από τα καθήκοντά τους μέχρι να υπογραφεί η ΚΥΑ των υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, προκειμένου να πληρωθούν οι εκπαιδευτικοί που απασχολούνται ή απασχολήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Την Τετάρτη 9 του μηνός ο υφυπουργός Παιδείας κ. Πανάρετος δημοσιοποίησε στην προσωπική του ιστοσελίδα (!) την ΚΥΑ, όπου όμως προβλέπονται σοβαρές μειώσεις (από 5% έως και 63%!) στις αμοιβές των εκπαιδευτικών, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ήταν χαμηλές καθώς είναι παγωμένες εδώ και τέσσερα χρόνια- από το 2006.
ΟΛΜΕ: Εμπαιγμός
Η ΟΛΜΕ σε ανακοίνωσή της κατηγορεί ευθέως τον υφυπουργό Παιδείας για εμπαιγμό και αναφέρει ότι «η πολιτική ηγεσία του υπουργείου ακολούθησε παρελκυστική τακτική απέναντι στους εκπαιδευτικούς, με στόχο να ολοκληρωθεί η διαδικασία των Εξετάσεων και των βαθμολογήσεων απρόσκοπτα και χωρίς να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί τις περικοπές που είχαν αποφασιστεί», Παράλληλα καλεί τους βαθμολογητές και όσους εκπαιδευτικούς εργάζονται στα βαθμολογικά κέντρα «να συνεχίσουν να απέχουν από τα καθήκοντά τους μέχρι το υπουργείο Παιδείας να χορηγήσει τις αμοιβές αυτές χωρίς περικοπές και να πληρωθούν άμεσα όλοι οι εκπαιδευτικοί το σύνολο του ποσού, όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια». Οι εργασίες στα περισσότερα βαθμολογικά κέντρα έχουν σταματήσει με αποτέλεσμα να μένει σε εκκρεμότητα η ολοκλήρωση της καταχώρισης της βαθμολογίας των 90.000 υποψηφίων, ενώ σε λίγες ημέρες αρχίζει ο δεύτερος κύκλος των Πανελλαδικών Εξετάσεων με τα ειδικά μαθήματα, στα οποία συμμετέχουν συνολικά περίπου 30.000 υποψήφιοι.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
Στον αέρα κινδυνεύει να τιναχτεί η διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων καθώς το ένα μετά το άλλο τα βαθμολογικά κέντρα της χώρας σταματούν κάθε διαδικασία διόρθωσης, βαθμολόγησης και ταξινόμησης των γραπτών μετά την αιφνιδιαστική μείωση της αμοιβής (αποζημίωση) των εκπαιδευτικών που εμπλέκονται σε αυτές.
Υπολογίζεται ότι παραμένουν αδιόρθωτα περίπου 150.000 γραπτά (κυρίως στα μαθήματα Νεοελληνική Γλώσσα, Αρχαία Ελληνικά, Ιστορία κ.λπ.), ενώ δεν έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν καταχωριστεί οι βαθμολογίες περίπου του 50% των διορθωμένων γραπτών!
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το αρχικό πλάνο του υπουργείου Παιδείας προβλεπόταν ολοκλήρωση της βαθμολόγησης των περίπου 600.000 γραπτών έως τα μέσα αυτής της εβδομάδας ώστε την επομένη να γίνουν οι ταξινομήσεις και οι έλεγχοι από τα μέλη των βαθμολογικών κέντρων και αμέσως μετά από τις λυκειακές Επιτροπές των σχολείων των υποψηφίων όλης της χώρας. Ωστόσο στα περισσότερα βαθμολογικά κέντρα δεν έχει ολοκληρωθεί η βαθμολόγηση των γραπτών καθώς χιλιάδες βαθμολογητές και τα μέλη των Επιτροπών απέχουν από κάθε διαδικασία.
Οι καθυστερήσεις στη διόρθωση των γραπτών άρχισαν όταν η ΟΛΜΕ αποφάσισε να καλέσει τους βαθμολογητές να απέχουν από τα βαθμολογικά κέντρα την Παρασκευή 28 Μαΐου, καθώς πρώτη φορά το υπουργείο Παιδείας καθυστερούσε να ανακοινώσει την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) για τις αμοιβές των εμπλεκομένων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Η συνάντηση
Κατά τη συνάντηση της ΟΛΜΕ με τον υφυπουργό κ. Πανάρετο δόθηκε η διαβεβαίωση από τον τελευταίο ότι υπέγραψε την ΚΥΑ και την απέστειλε για υπογραφή στον υπουργό Οικονομικών. Μάλιστα, γνωστοποίησε το ύψος των αμοιβών των εκπαιδευτικών. Ετσι το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ ανέστειλε την αποχή από τα βαθμολογικά κέντρα, παρά το γεγονός ότι η διαδικασία υπογραφής της ΚΥΑ δεν είχε ολοκληρωθεί.
Ωστόσο καθώς η ΚΥΑ δεν είχε ανακοινωθεί έως τις 8 Ιουνίου, η ΟΛΜΕ με νέα ανακοίνωσή της κάλεσε τους βαθμολογητές και τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στα βαθμολογικά κέντρα της χώρας να απέχουν από τα καθήκοντά τους μέχρι να υπογραφεί η ΚΥΑ των υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, προκειμένου να πληρωθούν οι εκπαιδευτικοί που απασχολούνται ή απασχολήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Την Τετάρτη 9 του μηνός ο υφυπουργός Παιδείας κ. Πανάρετος δημοσιοποίησε στην προσωπική του ιστοσελίδα (!) την ΚΥΑ, όπου όμως προβλέπονται σοβαρές μειώσεις (από 5% έως και 63%!) στις αμοιβές των εκπαιδευτικών, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ήταν χαμηλές καθώς είναι παγωμένες εδώ και τέσσερα χρόνια- από το 2006.
ΟΛΜΕ: Εμπαιγμός
Η ΟΛΜΕ σε ανακοίνωσή της κατηγορεί ευθέως τον υφυπουργό Παιδείας για εμπαιγμό και αναφέρει ότι «η πολιτική ηγεσία του υπουργείου ακολούθησε παρελκυστική τακτική απέναντι στους εκπαιδευτικούς, με στόχο να ολοκληρωθεί η διαδικασία των Εξετάσεων και των βαθμολογήσεων απρόσκοπτα και χωρίς να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί τις περικοπές που είχαν αποφασιστεί», Παράλληλα καλεί τους βαθμολογητές και όσους εκπαιδευτικούς εργάζονται στα βαθμολογικά κέντρα «να συνεχίσουν να απέχουν από τα καθήκοντά τους μέχρι το υπουργείο Παιδείας να χορηγήσει τις αμοιβές αυτές χωρίς περικοπές και να πληρωθούν άμεσα όλοι οι εκπαιδευτικοί το σύνολο του ποσού, όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια». Οι εργασίες στα περισσότερα βαθμολογικά κέντρα έχουν σταματήσει με αποτέλεσμα να μένει σε εκκρεμότητα η ολοκλήρωση της καταχώρισης της βαθμολογίας των 90.000 υποψηφίων, ενώ σε λίγες ημέρες αρχίζει ο δεύτερος κύκλος των Πανελλαδικών Εξετάσεων με τα ειδικά μαθήματα, στα οποία συμμετέχουν συνολικά περίπου 30.000 υποψήφιοι.
Αναρτήθηκε από
ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΡΔΙΚΑΡΗΣ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ
στις
Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Ετικέτες
εκπαίδευση
Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010
Η τεχνολογία αλλάζει τον εγκέφαλο
Ο πληροφοριακός βομβαρδισμός που καθημερινά δεχόμαστε μεταβάλλει τον τρόπο που σκεπτόμαστε.
Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τα τηλεφωνήματα στο κινητό και ο πληροφοριακός βομβαρδισμός που καθημερινά δεχόμαστε μεταβάλλει τον τρόπο που σκεπτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Η ικανότητα εστίασης της προσοχής και συγκέντρωσης δυναμιτίζεται πραγματικά από τις μικρές εκρήξεις πληροφοριών που δεχόμαστε καθημερινά. Και η διέγερση που μας προκαλεί ο διαρκής κατακλυσμός από νέα δεδομένα είναι εθιστική. Οταν εκλείψει, καταλαμβανόμαστε από ανία.
Οι ερευνητές λένε πως ακόμα και όταν δεν προσπαθούμε να απαντήσουμε στο τηλέφωνο, να στείλουμε ένα μήνυμα με το κινητό, να ελέγξουμε το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο παρακολουθώντας τηλεόραση, η σκέψη μας παραμένει κατακερματισμένη.
«Η τεχνολογία αναδημιουργεί τα εγκεφαλικά μας κυκλώματα», εξηγεί η Νόρα Βολκόφ, διευθύντρια του Εθνικού Ινστιτούτου κατά της Τοξικομανίας, εξηγώντας ότι ο εθισμός που προκαλεί η τεχνολογία συγκρίνεται με αυτόν του φαγητού και του σεξ, αλλά όχι των ναρκωτικών και του αλκοόλ. Η αλήθεια είναι ότι η χρήση της τεχνολογίας μπορεί να είναι επωφελής για τον εγκέφαλο. Οι χρήστες του Ιντερνετ, παραδείγματος χάριν, είναι πιο επιδέξιοι στην αναζήτηση πληροφοριών, ενώ παίκτες βιντεοπαιχνιδιών έχουν μεγαλύτερη οπτική οξύτητα. Ομως, εκτός από τις συνέπειές της στη φυσιολογία μας, η σύγχρονη τεχνολογία μεταβάλλει και τον τρόπο που ζούμε. Ο εργασιακός χώρος επεκτάθηκε παντού, οι αποστάσεις εκμηδενίστηκαν, είμαστε πιο αποτελεσματικοί και έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, αλλά η έλλειψη συγκέντρωσης είναι πια τρόπος ζωής.
Ταυτόχρονα όμως είμαστε και έρμαια πάσης φύσεως πληροφοριών. Σήμερα δαπανούμε κατά μέσον όρο 12 ώρες ημερησίως παρακολουθώντας τα διάφορα Μέσα (μία ώρα στο Ιντερνετ ή την τηλεόραση μετρά διπλά). Το 1960 η ημερήσια απασχόληση με αυτά δεν ξεπερνούσε τις πέντε ώρες.
Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ απέδειξαν ότι όσοι έχουν κάνει την τεχνολογία μέρος της καθημερινότητάς τους έχουν δυσκολία να συγκεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο καθήκον, αλλά είναι έτοιμοι να στρέψουν το ενδιαφέρον τους σε οτιδήποτε νέο, όπως θα μπορούσε να είναι ο ήχος ενός εισερχόμενου e-mail. Ετσι με μεγάλη δυσκολία τηρούν τις προτεραιότητες που έχουν θέσει.
Οι ερευνητές ανησυχούν ιδιαίτερα για τα αποτελέσματα αυτής της πληροφοριακής καταιγίδας στα παιδιά, καθώς τα αποτρέπει από το να εστιάσουν το ενδιαφέρον στα μαθήματά τους. Επίσης η χρήση της τεχνολογίας θέτει σε κίνδυνο τον οικογενειακό ιστό, ιδιαίτερα όταν ο γονιός προτιμά να ελέγξει το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο από το να παίξει με τα παιδιά του.
The New York Times - Καθημερινή
Ετικέτες
Άρθρα-Απόψεις,
Διαδίκτυο
Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010
Η λιτότητα κλείνει 900 σχολεία στην Πορτογαλία
Το κλείσιμο των σχολείων, που έχουν λιγότερους από 21 μαθητές και τα οποία υπολογίζονται ότι είναι περίπου 900 αποφάσισε, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας, στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας που αναμένεται να λάβει.
"Στο τέλος της διαδικασίας της αναδιοργάνωσης του σχολικού συστήματος, περίπου 900 σχολεία θα κλείσουν" δήλωσε ο υπουργός Παιδείας Ιζαμπέλ Αλσάντα κατά την διάρκεια Συνέντευξης Τύπου, μετά από τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.
"Ο αριθμός φαίνεται υψηλός, αλλά δεν αντιπροσωπεύει παρά το 3,5% των μαθητών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι περίπου 400.000" πρόσθεσε η υπουργός Παιδείας της Πορτογαλίας.
Η υπουργός πρόσθεσε ακόμη ότι 400 νέες σχολικές εγκαταστάσεις βρίσκονται υπό κατασκευή.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το πρόγραμμα αναδιοργάνωσης του σχολικού συστήματος "έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την ισότητα των ευκαιριών μέσω της πρόσβασης σε ποιοτικές εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις και στην μείωση της σχολικής αποτυχίας".
Από το 2005, 2.500 σχολεία έχουν κλείσει στην Πορτογαλία, κυρίως στις αγροτικές περιοχές της.
"Στο τέλος της διαδικασίας της αναδιοργάνωσης του σχολικού συστήματος, περίπου 900 σχολεία θα κλείσουν" δήλωσε ο υπουργός Παιδείας Ιζαμπέλ Αλσάντα κατά την διάρκεια Συνέντευξης Τύπου, μετά από τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.
"Ο αριθμός φαίνεται υψηλός, αλλά δεν αντιπροσωπεύει παρά το 3,5% των μαθητών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι περίπου 400.000" πρόσθεσε η υπουργός Παιδείας της Πορτογαλίας.
Η υπουργός πρόσθεσε ακόμη ότι 400 νέες σχολικές εγκαταστάσεις βρίσκονται υπό κατασκευή.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το πρόγραμμα αναδιοργάνωσης του σχολικού συστήματος "έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την ισότητα των ευκαιριών μέσω της πρόσβασης σε ποιοτικές εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις και στην μείωση της σχολικής αποτυχίας".
Από το 2005, 2.500 σχολεία έχουν κλείσει στην Πορτογαλία, κυρίως στις αγροτικές περιοχές της.
Εικόνες από το μέλλον μας;;
Ετικέτες
εκπαίδευση
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)